Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΤΣΙΚΙΩΤΩΝ Νο 2

ΛΗΜΝΟΣ – ΛΕΥΚΗ ΣΑΝ ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ ΤΗΣ



Πνευματικό κέντρο Ηπειρωτών

17 Μαΐου 2006, ώρα 20.00, Αθήνα







ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΤΣΙΚΙΩΤΩΝ ΛΗΜΝΟΥ







Λίγα λόγια για τη σημασία της βαμβακοκαλλιέργειας στη Λήμνο

Σταύρος Τραγάρας


Η σημερινή εκδήλωση είναι μια εκδήλωση μνήμης και τιμής για τους βαμβακοκαλλιεργητές της Λήμνου. Η βαμβακοκαλλιέγεια, η οποία άνθισε από το 1955 έως το 1975 περίπου, αποτελεί πια παρελθόν μακρινό. Οι γεωργοί της εποχής εκείνης δεν συνειδητοποίησαν ποτέ ότι έγραψαν ιστορία, παρόλο που είχαν την έκσταση και την αγωνία των πιονέρων. Η βαμβακοκαλλιέργεια και όλα τα συμπαρομαρτούντα της, από τις οικονομικές και οικογενειακές, μέχρι τις κοινωνικές αλλά και τις ψυχολογικές παραμέτρους της, έλαβε τις προεκτάσεις μιας ολοκληρωμένης κουλτούρας και ενός τελείως ιδιαίτερου πολιτισμού. Ανατέθηκαν νέοι, πρωτόγνωροι ρόλοι με απαιτήσεις σε ανθρώπους σχεδόν αγράμματους. Αυτοί ανταποκρίθηκαν με προθυμία και τόλμη και τους έφεραν σε πέρας με απόλυτη επιτυχία. Οι μέχρι τότε εξαθλιωμένοι οικονομικά γεωργοί αισθάνθηκαν ενεργά μέλη μιας ανθούσας κοινότητας. Κατάλαβαν ότι είχαν τη δύναμη που είχε και η μάνα γη. Ότι ο μόχθος τους είχε αντίκρισμα, αφού έβλεπαν το προϊόν της προσπάθειάς τους να γεμίζει αποθήκες και κάμαρες και να ζεσταίνει τις παγωμένες καρδιές τους. Ξανοίχτηκαν σε δραστηριότητες που δε μπορούσαν προηγουμένως να φανταστούν. Άνοιξαν πηγάδια και τρυπανιές, νοίκιασαν χωράφια, αγόρασαν αντλητικές μηχανές και τρακτέρ, σκαλιστήρια και αυλακωτήρια, σπορείς και ψεκαστικά μηχανήματα, μάνικες και σωλήνες, λιπάσματα και σπόρους. Τόλμησαν καλλιεργητικά δάνεια και έμαθαν τεχνικές καλλιέργειας. Έμαθαν να χειρίζονται και να επισκευάζουν μηχανήματα. Μπήκαν σε μια θετική και ευγενική άμιλλα μεταξύ τους. Ανέπτυξαν θαυμαστό συνεταιριστικό κίνημα, πρότυπο ακόμα και για προηγμένες κοινωνίες. Προχώρησαν σε ομαδικές επενδύσεις, όπως αποθήκες, γεωτρήσεις, εκκοκκιστήριο κλπ, τέτοιες, που αν συγκρίνει κάποιος μεγέθη και συνθήκες, τώρα δεν θα επιχειρούνταν, όχι λόγω σύνεσης αλλά λόγω ατολμίας. Ξεπέρασαν στην πράξη, με τον αγώνα, τη συντροφικότητα και τη συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας, τα ψυχροπολεμικά και διχαστικά πολιτικά κηρύγματα μιας ταραγμένης εποχής. Γεννήθηκαν ελπίδες για μια καλύτερη ζωή. Αναπτερώθηκε προς στιγμή το σμπαραλιασμένο από δεκαετίες ηθικό τους. Ενισχύθηκε η αυτοπεποίθηση και η τραυματισμένη αξιοπρέπειά τους.
Όμως οι ταπεινοί αλλά γενναίοι αυτοί άνθρωποι δεν γνώριζαν ότι η προσπάθειά τους αυτή ήταν υπονομευμένη εξ αρχής. Ενώ οι ίδιοι χωρίς γογγυσμό και χωρίς ψυχική μιζέρια σκότωναν το κορμί τους μέσα στα χωράφια, το επίσημο κράτος για μια ακόμα φορά τους άφηνε αβοήθητους και μόνους. Οι γεωργοί της Λήμνου έκαναν αυτό που έπρεπε με το παραπάνω. Όμως οι χαμηλές τιμές του βαμβακιού σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος της καλλιέργειας έδωσαν πολύ γρήγορα τις πρώτες απογοητεύσεις στους ενθουσιώδεις και φιλότιμους καλλιεργητές. Οι νέοι μην αντέχοντας τη φοβερή ανέχεια και τη μη ανταποδοτικότητα στην κοπιώδη εργασία τους στράφηκαν ομαδόν για τη ξενιτιά. Ο ξενιτεμός έλαβε τις διαστάσεις γενοκτονίας. Η βαμβακοκαλλιέργεια είχε τώρα κι άλλο ένα λόγο να φθίσει και σιγά – σιγά να σβήσει, την έλλειψη εργατικών χεριών.
Η σημερινή εκδήλωση δεν είναι μόνο μια αναπόληση παιδικών χρόνων ή μια ρομαντική ανάκληση μιας εποχής επενδυμένης με την αχλύ της απόστασης και της ωραιοποίησης. Δεν είναι μια φολκλορική αναπαράσταση ενός σκηνικού εποχής. Δεν είναι καν μια ετεροχρονισμένη πατριδογνωσία. Είναι η μυσταγωγία ενός μνημόσυνου. Είναι η μέθεξη σε ένα μυστήριο που άρχισε τότε και συνεχίζεται σήμερα με άλλη μορφή. Είναι η ενεργοποίηση της μνήμης για μια ταυτότητα που όσο κι αν ξεθώριασε παραμένει ευανάγνωστη. Είναι η αναμνηστική δόση του μπολιάσματος που λάβαμε τότε. Εμείς το ξέρουμε ότι ισχύει το: «Όποιος μια φορά αγρότης, για πάντα αγρότης». Γι’ αυτό και σήμερα, όπως μια οικογένεια, σε μια γιορτή μόνο για φίλους, τιμούμε τους βαμβακοκαλλιεργητές της Λήμνου, ζωντανούς και πεθαμένους. Εδώ σήμερα εμείς οι Λημνιοί, συνεννοούμαστε με μια ματιά, χωρίς τα διαχρονικά «μόνο λόγια» και «μόνο ψέματα» των εκπροσώπων του κράτους. Σήμερα θα τιμήσουμε τους δικούς μας ανθρώπους μόνοι μας.

Τα «πουλούκια» (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)



Η περίφημη ντηζελομηχανή «Μαλκότσης», στα Λημνιακά «Μαλκότς», γερασμένη, αλλά ενεργός (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)



Η "Κόχλερ" (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)



Βενζινομηχανή "Λομπαρντίνι", σπάνια, σχεδόν άγνωστη (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)





Η περίφημη "Βίσκονσιν"






Ιακώβ καλλιεργητής

Από την ποιητική συλλογή «Προαιρετική στάση» του Τίτου Πατρίκιου


Δούλεψε εφτά χρόνια
τη χέρσα γη του Λάβαν
κι εκείνος αντί για τη Ραχήλ
του έδωσε τη Λεία.
Δούλεψε άλλα εφτά για τη Ραχήλ.
Όταν την πήρε την αγαπούσε πάντα
όμως κι η άσκημη αδελφή της
είχε αποκτήσει πια μια θέση στην καρδιά του.
Δεκατέσσερα χρόνια μια ζωή
για δυο γυναίκες που δε γνώρισε ποτέ.
Κοίταξε μακριά τα στάχυα
το μοναδικό καρπό του
κι είπε πως τελικά είχε κερδίσει.


Οι σωλήνες «Μπάουερ» (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)







Καλλιεργώντας το βαμβάκι

Από το βιβλίο «Ο τόπος που πληγώσαμε», του Αντώνη Διακουμή

Η «λευκή επανάσταση»

Στις αρχές της δεκαετίας του 50, έγινε μια πραγματική επανάσταση στην «προτινή» αγροτική οικονομία της Λήμνου. Την έφερε η συστηματική και η μεγάλης έκτασης καλλιέργεια του μπαμπακιού στο νησί μας. Το μπαμπάκι άρχισε να καλλιεργείται στη Λήμνο αμέσως μετά την απελευθέρωση, το 1912. Στην αρχή το έβαζαν ξερικό, λίγα μόνο στρέμματα για οικιακή χρήση. Μερικοί φύτευαν και λίγο κοκκινομπάμπακο για να δίνουν χρώμα στα υφαντά. Υπάρχουν δύο εκδοχές για την προέλευση του μπαμπακιού στο νησί μας. Η πρώτη αναφέρει ότι τον μπαμπακόσπορο τον έφεραν στη Λήμνο οι ομογενείς μας από την Αίγυπτο. Σύμφωνα με τη δεύτερη τον έστειλαν Λημνιοί μετανάστες από την Αμερική. Και οι δυο εκδοχές είναι πιθανές. Για τις επόμενες τέσσερις 10ετίες, τίποτα δεν άλλαξε. Η καλλιέργεια του μπαμπακιού παρέμεινε περιορισμένη, γιατί η απόδοσή του στα ξερικά χωράφια ήταν πολύ μικρή. Μόνο αν τα χωράφια γίνονταν ποτιστικά, θα μπορούσε να αυξηθεί η παραγωγή τους. Αυτό όμως ήταν αδύνατο την εποχή εκείνη, επειδή δεν υπήρχε τρόπος να γίνει η άντληση των νερών, που όπως ξέρουμε, στη Λήμνο είναι υπόγεια. Τη λύση στο πρόβλημα της άντλησης έδωσαν οι βενζινοκίνητες μηχανές, που ήρθαν στο νησί μετά το 1950. Και το θαύμα έγινε! Μέσα σε λίγα χρόνια ήρθαν όλα πάνω - κάτω. Η παραδοσιακή αγροτική οικονομία της Λήμνου άλλαξε. Για πρώτη φορά η σύγχρονη τεχνολογία και οι μηχανές μπήκαν στη ζωή των αγροτών, που ως τότε όργωναν ακόμα με το ξύλινο αλέτρι.

Κόχλερ και Ζαπ

Στα επόμενα 5-6 χρόνια, χιλιάδες πηγάδια και τρυπανιές ανοίχτηκαν. Όλα φτιάχτηκαν με τα χέρια, με ατέλειωτο κόπο και αγώνα. Ο μεγάλος αριθμός των πηγαδιών στο νησί μας εντυπωσιάζει τον επισκέπτη, ακόμη και από το αεροπλάνο. Όλες οι οικονομίες των αγροτών της κεντρικής και ανατολικής Λήμνου, δόθηκαν τότε για την αγορά μηχανών. Δυο ήταν οι πιο διαδεδομένες μάρκες, η αγγλική «Κόχλερ» και η γερμανική «Ζαπ». Πολλοί για να τις αγοράσουν χρεώθηκαν και πήραν δάνεια. Η τιμή τους πέντε χιλιάδες περίπου η κάθε μια, ήταν για την εποχή εκείνη πολύ μεγάλη. Απαραίτητες για το πότισμα ήταν οι μάνικες, πάνινες τα πρώτα χρόνια, νάυλον αργότερα. Μια χρυσή λίρα στοίχιζε η κάθε μια από τις εξάμετρες μεταλλικές σωλήνες μάρκας «Μπάουερ». Τρεις δραχμές το κιλό είχε τότε η δραχμή της «μπεζίνας».
Παράξενα αντηχούσαν και οι καινούργιες λέξεις που μπήκαν στην καθημερινή ζωή των συμπατριωτών μας αγροτών – μπουζί, μπεκ, σπιράλ, μούφα, κεντρόφυγγα, καλμπυρατέρ – κ.ά. Προς το τέλος της δεκαετίας του 50, η καλλιέργεια του μπαμπακιού στη Λήμνο έφτασε στο αποκορύφωμά της. Σε μια χρονιά, το 1958, σπάρθηκαν 40 χιλιάδες στρέμματα, με παραγωγή 7 εκατομμύρια οκάδες! Οι αριθμοί αυτοί γίνονται ακόμα πιο εντυπωσιακοί, αν σκεφτεί κανείς τις πολλές ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει το νησί μας. Το εκκοκκιστήριο της Ένωσης στη Μύρινα ήταν από τα πρώτα και τα μεγαλύτερα που φτιάχτηκαν στην Ελλάδα.
Το άνοιγμα των πηγαδιών
Οι χωριανοί μας ήταν από τους πρώτους που έβαλαν ποτιστικά μπαμπάκια. Αυτός τώρα ήταν ο καινούργιος πόλεμος. Με χίλιους κόπους άρχισαν να ανοίγουν καινούργια πηγάδια, να βαθαίνουν και να φαρδαίνουν τα παλιά. Οι κασμάδες, τα φτυάρια, οι παραμίνες και τα χειροκίνητα μαγγάνια δε σταματούσαν να δουλεύουν. Υπάρχουν χωριανοί που την εποχή εκείνη, άνοιξαν τρία και τέσσερα πηγάδια ο καθένας. Να ’ταν τουλάχιστον τα πράγματα βολικά. Ή σε βίνα έπεφταν, που τους παίδευε για πολύ καιρό, μέχρι να τη σπάσουν, ή σε άμμδα που ξεσπούσε συνέχεια και μώλωνε το λάκκο. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η «συμβολή» των Γερμανών στο άνοιγμα των πηγαδιών μας. Ο δυναμίτης που είχαν μαζέψει οι χωριανοί από τις νάρκες των κατακτητών βρήκε τη χρήση του για το ανατίναγμα της βίνας και της πέτρας.
Ο συνεταιρισμός
Το μπαμπάκι στάθηκε αφορμή για να ιδρύσουν το 1956 οι χωριανοί μας αγροτικό συνεταιρισμό. Για πρώτη φορά, μια συλλογική προσπάθεια υλοποιείται, μέσα από το συνδικαλισμό. Για να φτιάξουν το κτίριο και τα γραφεία χρεώθηκαν στην Ένωση και πήραν δάνειο δεκα πέντε χιλιάδων δραχμών! Από τα χρήματα αυτά με δυο χιλιάδες αγόρασαν το οικόπεδο και με τις υπόλοιπες δεκατρείς έχτισαν το κτίριο. Ο Συνεταιρισμός, πρωτοποριακός θεσμός για την εποχή, συγκέντρωνε όλη την παραγωγή του χωριού μας. Εφοδίαζε τους συνεταίρους με μπαμπακόσπορο, λιπάσματα και φάρμακα. Η παραγωγή της Αγιά – Σοφιάς το 1958 έφτασε τις 30 χιλιάδες οκάδες περίπου. Τις καλές χρονιές, για να χωρέσει το μπαμπάκι στην αποθήκη, το στοίβιαζαν μέχρι ψηλά στα καπρούλια της σκέπας της.

Η ζωή στα μπαμπακοχώραφα

Το φύτεμα του μπαμπακόσπορου γινόταν τον Απρίλιο, μαζί με τις άλλες ανοιξιάτικες σπορές. Προηγουμένως το χωράφι έπρεπε να οργωθεί και να σβαρνιστεί καλά. Οι αυλακές ανοίγονταν με το αλέτρι. Πίσω ακολουθούσαν συνήθως οι γυναίκες που έβαζαν μέσα στις «φωλιές» 5-6 σπόρους, όσους έπιαναν με τρία δάκτυλα του ενός χεριού τους. Οι φωλιές απείχαν μεταξύ τους μια περίπου πιθαμή, για να είναι αργότερα εύκολο το σκάλισμα των φυτών. Μέσα στο Μάιο γινόταν το αραίωμα. Σε κάθε φωλιά άφηναν μόνο δυο φυτά, τα πιο δυναμωμένα. Απαραίτητο ήταν και το σκάλισμα, μια-δυο φορές, μέχρι να αρχίσει το πότισμα, για να μην πνίξουν το χωράφι τα αγριόχορτα. Το πότισμα, μια φορά την εβδομάδα στην αρχή και δυο αργότερα, άρχιζε στα μέσα Ιουνίου, αφού προηγουμένως γινόταν το αυλάκιασμα των χωραφιών. Ήταν δουλειά πολύ επίπονη και κουραστική. Στην αρχή άνοιγαν τις αυλακιές με την τσάπα. Αργότερα τις άνοιγαν με ένα ειδικό αλέτρι, το «αυλακωτήρι».
Τους καλοκαιρινούς μήνες όλος ο κάμπος, ως κάτω στη Φισίνη, αντηχούσε από το χαρακτηριστικό θόρυβο των δίχρονων μηχανών που πότιζαν τα μπαμπάκια μας. Στα μέσα Σεπτεμβρίου περίπου, σαν άνοιγαν τα «καρύδια» -κάθε μπαμπακιά μπορούσε να δέσει 30-40 από αυτά –άρχιζε το μάζεμα του άσπρου σα χιόνι μπαμπακιού. Η δουλειά αυτή, επειδή τα καρύδια δεν ωρίμαζαν όλα μαζί, διαρκούσε πολύ καιρό, μέχρι το πανηγύρι της Παναγιάς, στις 21 Νοεμβρίου. Για το μάζεμα του μπαμπακιού χρειάζονταν πολλά χέρια. Γι’αυτό, όλη η οικογένεια, μικροί-μεγάλοι, βρίσκονταν στο πόδι. Το μπαμπάκι δεν έπρεπε να βραχεί, γιατί το «μεταβροχικό» ήταν κατώτερης ποιότητας και η τιμή του έπεφτε. Κάθε στρέμμα έβγαζε τότε 100-200 οκάδες μπαμπάκι. Όλη τη συγκομιδή τη βάζαμε σε τάβλες και την κουβαλούσαμε με τα ζα στην αποθήκη του Συνεταιρισμού. Η Ένωση αγόραζε το μπαμπάκι 16 δραχμές την οκά.

Αγώνας που πήγε χαμένος

Το μπαμπάκι της Λήμνου, το μαγικό φυτό με τις πάνω από χίλιες χρήσεις, ήταν άριστης ποιότητας, το πιο μακρινό και το πιο ανθεκτικό στην Ελλάδα. Από τις αρχές της 10ετίας του 50, οι Λημνιοί έκαναν τη δική τους αγροτική επανάσταση. Δούλεψαν σκληρά και «έντυσαν» το νησί τους στα άσπρα. Μόνο αν κάτσει και λογαριάσει κανείς τα πηγάδια που ανοίχτηκαν την περίοδο αυτή, και τα κυβικά της πέτρας που χρειάστηκαν για να χτίσουν, μπορεί να κατανοήσει το μέγεθος εκείνου του αγώνα, που στο τέλος πήγε χαμένος. Η προσπάθεια των Λημνιών για καλύτερες μέρες δεν ευοδώθηκε. Πολλές ήταν οι αιτίες. Η κυριότερη απ’αυτές ήταν η μεγάλη ανάπτυξη της μπαμπακοκαλλιέργειας, από τις αρχές της 10ετίας του 60 και μετά, στη Μακεδονία και Θεσσαλία, που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της τιμής του μπαμπακιού. Αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους στα καύσιμα, λιπάσματα και φυτοφάρμακα, μηδένισε σχεδόν τα περιθώρια κέρδους για τους συμπατριώτες μας μπαμπακοπαραγωγούς. Μεγάλη ευθύνη όμως, για εκείνο το ξαφνικό μαρασμό, είχε τότε και το κράτος, από το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμιά βοήθεια και υποστήριξη δε βρήκε το νησί μας. Έτσι, ενώ το λογικό θα ήταν, ένα από τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας, από τα πολλά που λειτούργησαν εκείνη την εποχή στην Ελλάδα, να γίνει στη Λήμνο, εκεί που υπήρχαν οι πρώτες ύλες και μάλιστα άριστης ποιότητας, το εργοστάσιο φτιάχτηκε τελικά σε άλλο νησί του Αιγαίου, τη Σάμο, με μηδενική παραγωγή μπαμπακιού! Τα συμφέροντα κάποιων νίκησαν για μια ακόμη φορά το σωστό και δίκιο. Έτσι έσβησαν οι προσδοκίες και τα όνειρα, χαραμίστηκαν οι θυσίες του Λημνιακού λαού να στεργιώσει και να προκόψει στον τόπο του. Δεν είναι τυχαίο, ότι η μετανάστευση στο νησί μας, συνέπεσε χρονικά με την εγκατάλειψη της μπαμπακοκαλλιέργειας. Μαζί της χάθηκε και η τελευταία, τότε, ευκαιρία της Λήμνου να δει καλύτερες μέρες. Θαμπή ανάμνηση αποτελεί τώρα πια το μπαμπάκι για το νησί μας.



«Ανοιγμένο» μπαμπάκι έτοιμο για μάζωμα




Περίοδος λευκή ή μετά την ιώδη

Από την ποιητική συλλογή «Γηγενές πυρ» του Ιωάννη Ψάρρα

Τελείωσε ο αιώνας της πίκρας και της φυγής.
Θα ξαναρχίσει πάλι η καλλιέργεια του βαμβακιού
και θα ξαπλώνουμε τα μεσημέρια ανάμεσα στους ήλιους.

Ο βοριάς δεν θα φέρνει σακούλες στο Γομάτ’
κι οι θαμμένες πόλεις θα φανερωθούν.

Θα γεννηθούν κορίτσια με κατατομές Σειρήνων
και τα στρατόπεδα θα γίνουν θερινά σινεμά.

Οι μύλοι θα κινήσουν τις σιωπές τους
και σαν τουρίστες θα’ ρχονται αυτοί που μας πλήγωσαν
για συγχώρεση και μετάληψη.

Όλες οι εκκλησιές θα έχουν ιερείς και οι μάντρες
θα γίνουν θεραπευτήρια για τους κουρασμένους.

Αυτή η γη η θηλυκιά
ταπεινά θα δεχθεί τους παλινοστούντες.
Όποιος δεν έχει πατρίδα θα βρει. Η αιών η νέα είναι γυναίκα.
Και πάλι μια Μαρούλα θα μας σώσει.



Ο σπορέας του βαμβακόσπορου. Πεταμένος σαν σκουπίδι, κάπου στην Κρηνίδα (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)






Το λευκό χρυσάφι της Λήμνου

Από το ομώνυμο βιβλίο της Ευαγγελίας Μπουτλούκου – Βρετττάκη

Για άλλη μια φορά στην ιστορία της, η Λήμνος πέταξε το γκρίζο φουστάνι της σκλαβιάς και φόρεσε το γαλανόλευκο της χαράς και της ελευθερίας! Από τον τουρκικό ζυγό δεν πρόκαμε η δόλια να γεννήσει και να ανδρώσει ούτε μια γενιά ελεύθερους ανθρώπους και ξανάσκυψε το κεφάλι στην μπότα του Γ’ Ράιχ. Πεινασμένα, γυμνά, τρισάθλια τα παιδιά της, σκύψανε στη γη, που είναι και θα είναι πάντα στους αιώνες πηγή ζωής! Οργώσανε και σπείρανε, θερίσανε και αλωνίσανε, χωρίς το φόβο πια να τους πάρουν τα γεννήματα. Καπνίσανε οι φούρνοι και χόρτασε ο κόσμος ψωμί. Και πάλι από τη γη πήρανε το πολύτιμο βαμβάκι για να ντύσουνε τη γύμνια τους. Το φθινόπωρο, με τα πρωτοβρόχια, σπέρνουνε τα σιτηρά: στάρι, κριθάρι, βρώμη (η βρώμη είναι ταγή για τα ζώα). Την άνοιξη βάζουνε τις αργασές, λέγονται αργασές γιατί η γη θέλει περισσότερη εργασία. Για τη σπορά των σιτηρών με δυο οργώματα ξεμπερδεύεις μια και καλή και ξαναπάς στο χωράφι όταν είναι έτοιμο να το θερίσεις. Όμως με τις αργασές τα πράματα δεν είναι τόσο απλά. Το βαμβάκι, το καλαμπόκι και όλα τα ανοιξιάτικα φυτά θέλουνε χώμα καλοδουλεμένο, οργωμένο δυο και τρεις φορές και φύτεμα με το χέρι (εκτός από το σουσάμι) αντί για το σπάρσιμο των σιτηρών. Στη συνέχεια, όταν φυτρώσουνε, θέλουνε σκάλισμα και αραίωμα μια και δυο φορές, να κοπούνε τα αγριόχορτα που φυτρώνουν μέσα για να μην απομυζούν τους καλοκαιρινούς μήνες την ελάχιστη δροσιά που τους είναι απαραίτητη για να μεγαλώσουνε και να καρποφορήσουνε.
Το βαμβάκι, που ντύνει ανθρώπους και σπίτια.. Γιατί και το σπίτι θέλει το ντύσιμό του, σεντόνια, πετσέτες, στρώματα, παπλώματα, μαξιλάρια, τσουβάλια, τσουβάλες, κουρελούδες. Ήταν όμως ξερικό. Όταν ήταν καλή η χρονιά και έκανε καμιά ψιχάλα, κάνανε οι βαμβακιές δυο-τρία καρύδια. Αν ήταν κακή, ένα ή κανένα. Εκεί κατά τα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου αρχίζανε τα καρύδια να ωριμάζουνε, να παίρνουν ένα βαθύ καστανό χρώμα και σιγά-σιγά να ανοίγουνε. Από μέσα πεταγότανε το βαμβάκι, ολόλευκο και απαλό, μα μικρό σε μήκος αφού δεν είχε νερό να μεγαλώσει το φυτό και μαζί τα καρύδια. Το πρώτο και το δεύτερο χέρι το βάζανε χώρια. Αυτό προοριζότανε για γνέσιμο και για ύφανση. Το υπόλοιπο ήτανε για στρώματα και για μαξιλάρια, όχι για παπλώματα. Γιατί το πάπλωμα θέλει αφράτο και καλοδουλεμένο βαμβάκι, για να καλοραφτεί και να γίνουνε τα απαραίτητα ξόμπλια (στολίδια), βελονιές με γεωμετρικά σχήματα, με λουλούδια και μαργαρίτες, όλα δουλεμένα στο χέρι. Έστρωνε η νοικοκυρά το πάπλωμα κάτω και άρχιζε με τη σακοράφα (μεγάλη βελόνα) να κάνει σχέδια επί σχεδίων, ανάλογα με το κέφι της και την καλλιτεχνική της διάθεση. Χρειαζόταν να είναι πολύ μαστόρισσα, για να βγει από τα χέρια της καλλιτέχνημα, μια και προοριζόταν συνήθως για προίκες.
Το πλέξιμο γινόταν με βελόνες. Οι κάλτσες θέλανε πέντε βελόνες κοντές, για να τις δουλεύεις, αφού το σχήμα τους ήταν κυκλικό. Οι τέσσερις σχηματίζανε τον κύκλο και με την πέμπτη έπαιρνες ένα – ένα μάτι (πόντο). Με τον ίδιο τρόπο και με μικρές παραλλαγές πλέκονταν τα γάντια. Οι φανέλες θέλανε δυο μακριές βελόνες. Όλα περνούσανε από τα χέρια της νοικοκυράς και των μεγαλύτερων κοριτσιών του σπιτιού. Έτοιμα υφάσματα υπήρχαν λίγα αλλά δεν υπήρχαν χρήματα να αγοραστούν. Γι’ αυτό το κάθε σπίτι ήταν ένα μικρό εργαστήριο. Κι αν είχες λάκκο (αργαλειό) ήσουν η καλύτερη τον χωριού. Αν δεν είχες, περίμενες πότε θα τελειώσουν οι γειτόνισσες για να τον δανειστείς. Το βαμβάκι έπρεπε να ξεκουκκιστεί, να φύγουνε οι σπόροι και ό,τι άλλο σούσαλο (σκουπίδι) είχε πάνω. Για να γίνει αυτό έπρεπε να το κάνεις με τα χέρια, πράγμα πολύ χρονοβόρο, ή να το περάσεις από το τσιγκρίκι. Το τσιγκρίκι ήταν δυο λεπτοί, ξύλινοι κύλινδροι σε μια βαριά βάση, για να μην τραμπαλίζεται καθώς γύριζες τούς κυλίνδρους με το χερούλι που είχε στο πλάι. Με το ένα χέρι τάιζες, δηλαδή έβαζες το βαμβάκι από τη μία μεριά και με το άλλο γύριζες το χερούλι. Εκείνο περνώντας από τους κυλίνδρους άφηνε τους σπόρους και περνούσε καθαρό από την άλλη.

Το λουλούδι της μπαμπακιάς


Μετά, σ’ ένα καθαρό μέρος του σπιτιού χτύπαγες το βαμβάκι με το δοξάρι της κόρδας να αφρατέψει και να γίνει σα χιόνι. Η κόρδα γινότανε από το λεπτό έντερο του γουρουνιού. Παίρνανε μια τούφα και τη βάζανε στην αλεκάτ’ (ρόκα ή αδράχτι). Οι παλιές τη λέγανε αλεκάτ’. Γιατί ενώ έβαζες το βαμβάκι κανονικά για να το γνέσεις, έπρεπε να τη γυρίσεις το πάνω κάτω, να περάσεις την παλάμη σου από το στρογγυλό της χερούλι ώστε να έχεις το άλλο ελεύθερο. Με το ένα να γυρίζεις το αδράχτι και με το άλλο να στρώνεις την κλωστή να γίνεται λεπτή και ομοιόμορφη, χωρίς κόμπους και εξογκώματα. Το αδράχτι ήταν ένα μακρόστενο, κυλινδρικό, καλοδουλεμένο ξύλο. Στην επάνω μεριά είχε μια εγκοπή σε σχήμα φιδιού για να αγκυλώνεται η κλωστή. Στη μέση γινόταν πιο παχύ και στο κάτω άκρο στένευε και έμπαινε το σφιντίλ’ (σφονδύλι) για να βαρύνει και να γυρίζει. Το σφιντίλ’ ήταν ένας ξύλινος δίσκος με μια τρύπα στη μέση. Όταν γέμιζε το αδράχτι, η μία το μάζευε κβάρ’ (κουβάρι) και η άλλη το κράταγε με χέρια χαλαρά να γυρίζει εύκολα. Μετά, το νήμα το βάζανε στο τυλγάδ’ (τυλιγάδι), το κάνανε θηλιά και το περνούσανε στην ανέμη. Η ανέμη ήταν ξύλινη με λεπτά ξύλα σαν κυκλικό κλουβί. Στη βάση της είχε μία πέτρα για να είναι βαριά, να μην τραμπαλίζεται και κόβεται η κλωστή.
Από την ανέμη η κλωστή πήγαινε στο ροδάνι. Αυτό ήταν φτιαγμένο σχεδόν σαν το τσιγκρίκι, μα με έναν κύλινδρο, που μέσα περνούσανε το καλαμκάν’ (μασούρι). Το λέγανε καλαμκάν’ γιατί γινότανε από καλάμι, που είναι κούφιο και ελαφρύ. Αφού τέλειωνε και αυτή η διαδικασία δεν έμενε παρά να διάσουνε (ετοιμάσουνε) το νήμα, που στη συνέχεια θα γινότανε πανί. Για να διάσουνε το νήμα χρειάζονταν τρεις γυναίκες. Μπήγανε στη γη δυο διχάλες και βάζανε απάνω το αντί - ένα κυλινδρικό αρκετά μακρύ ξύλο. Δένανε επάνω μία-μία τις κλωστές και μετά η μια ζωνότανε στη μέση τη θηλιά. Έπρεπε να είναι αγοραστή, δηλαδή έτοιμο νήμα, για να είναι γερό. Αυτό ήταν το στημόνι. Το άλλο στα καλαμκάνια ήταν το υφάδι. Αυτή που είχε το νήμα περπάταγε μπροστά αργά, κυκλικά γύρω από τον εαυτό της, σαν σε χορό αρχαίας τραγωδίας για να ξετυλίγεται σιγά-σιγά και να είναι τεντωμένο. Η άλλη γύριζε το αντί και η τρίτη με μια ψιλή βεργούλα στο χέρι χτύπαγε τις κλωστές μαλακά για να κατανέμονται σωστά και πρόσεχε να μην κοπεί καμία. Σε περίπτωση που κοβότανε, φώναζε στην άλλη: «Στάσου μωρή, στάσου και κόπ’κεν πάλε η ‘ρμάδα!»
Έπιανε τις δύο άκρες να τις δέσει με προσοχή μην και χαλάσει το διάσιμο. Αυτό γινόταν στην αυλή. Μετά σε ένα δωμάτιο στήνανε το λάκκο. Τον λέγανε λάκκο γιατί όπως τον στήνανε έμοιαζε με τα ξύλινα κά¬γκελα που βάζανε στα μνήματα. Και συνέχιζε η διαδικασία του διάσιμου. Περνούσανε το νήμα στα μτάρια και στο χτένι. Δένανε τα πατνάρια (πατήματα) με γερό σχοινί, να μην κόβεται καθώς θα πατά η υφάντρα. Το μονότριγιο (μονότριο) ήταν με δυο πατνάρια. Αν κάνανε προίκες ήταν με τέσσερα ή με έξι. Το χτένι έμπαινε στο ξυλόχτενο, που ήτανε μια στενόμακρη θήκη, και το πιάνανε για να χτυπήσουνε και να ενσωματωθεί η κάθε κλωστή στο πανί. Το πανί το μαζεύανε σε ένα πιο λεπτό κυλινδρικό ξύλο, μακρόστενο και αυτό, που ήταν μπροστά στην υφάντρα. Στο χωριό την ξέρουν όλοι την υφάντρα την καλή, γιατί σε ένα της πανί ψιλοκέντησε την Πόλη.
Το ξυλόχτενο χτυπά
και όλο δώστου κι αυγατίζει.
Άσπρα-κάτασπρα πανιά
κι όλο μ’ άνθη και κλωνιά
και με τέχνη τα πλουμίζει.

Το μασούρι έμπαινε μέσα στη σαΐτα, που με τέχνη περισσή έβαζε η υφάντρα από τη μια κι έβγαινε από την άλλη άκρη, ανάμεσα από τις τεντωμένες κλωστές, που ανοίγανε καθώς πατούσαν τα πατνάρια, μια με το δεξί, μια με το ζερβί χέρι. Και τα πόδια, σαν σε τυφλό σύστημα γραφομηχανής, πατούσανε τα πατήματα από κάτω. Με το χάραμα της μέρας άρχιζε η μάνα να φωνάζει τις κόρες της να σηκωθούνε. Μα ο πρωινός ύπνος, είναι γλυκός και πώς να αφήσουνε το πάπλωμα;
Άντε μουρή σκωθείτε, γιατί «Γλυκός ο ύπνος το πρωί, γυμνός ο κώλος τη Λαμπρή!»
Οι φίλες και οι γειτόνισσες μαζευόντανε να «τη γειτονέψουνε» και να κάνουνε το σχετικό κουτσομπολιό. Ποι¬ος είδε ποια, ποιος θέλει ποια, ποια προξενιά γίνανε, τι προίκες δίνουνε, ποια γέννησε, ποιος πέθανε. Να πούνε και τα δικά τους, τα κοριτσίστικα. Με το πλέξιμο στο χέρι, το κέντημα ή το κλώσιμο. Δουλεύανε τα χέρια και τα στόματα πηγαίνανε ροδάνι. Πότε βράζανε κουκνάρες (καλαμπόκι), πότε βάζανε λεμπνάρια (λούπινα) να τσιμπολογούνε, να περνά η ώρα και να γεμίζει το στομάχι. Γιατί πολλές φορές ήταν αυτό το μεσημεριανό τους. Όταν η υφάντρα ήταν μόνη της και αφού οι κινήσεις της ήταν μηχανικές, το μυαλό της έτρεχε στον καλό της. Πότε πέρασε από την αυλή, πότε σφύριξε για να βγει στο παραθύρι, πότε πέταξε πετραδάκι στο τζάμι.
Έλα, πέρασε και βήξε
και ένα πετραδάκι ρίξε.

Για να πάρει εκείνη το φροκάλι, να βγει τάχα πως σκουπίζει την αυλή, για να ιδωθούνε έστω και από μακριά. Γιατί από κοντά απαγορευότανε δια ροπάλου. Η μάνα, που είχε τα μάτια της δεκατέσσερα για την τιμή των κοριτσιών, έβαζε τις φωνές:
«Άντε μουρή, τρέχα μέσα και κάμε καμιά στάλα δλεια. Τ’ν έφαγες την αυλή στο φροκάλιμα (σκούπισμα)».
Τα όνειρα θέλουνε ησυχία. Με το θόρυβο εξαφανίζο¬νται σαν ταξιδιάρικα πουλιά. Τα χέρια σταματούσανε το τάκα-τάκα:
Τάκα-τάκα ο αργαλειός μου
τάκα κι έρχεται ο καλός μου.

και γέμιζε το μυαλό με όνειρα και ελπίδες. Η μάνα, που δεν άκουγε να δουλεύει ο αργαλειός και ήξερε από τα δικά της νιάτα τι συμβαίνει, ματάρχιζε τις φωνές: «Άντε μουρή, χάζεψες πάλε;»
Με το νου πλουταίν’ η κόρη
με τον ύπνο η ακαμάτρα.

«Κάμε καμιά πήχ’ πανί, γιατί θα βγει ο χ’μώνας και μας μπαντέχνε (περιμένουν) μαλλιά να ξάνομ’ στα χωράφια». Και εννοούσε τις αγροτικές δουλειές που αρχίζανε με την άνοιξη και τελειώνανε με τον τρύγο και τα κρασιά (το ρακόβγασμα γινόταν το Νοέμβριο). Και καλό Άγιοδημήτρη να συμμαζευτούνε στο σπίτι για τις χινοπωρινές δλειες. Αγώνας, ιδρώτας, μόχθος σκληρός, ολημερίς για την επιβίωση. Και ποιο ήταν το όφελος; Ίσα βάρκα, ίσα νερά. Το ψωμι της χρονιάς, το λίγο φαΐ και δραχμή από πουθενά. Όταν ρίχνανε κριθάρι στις κότες οι νοικοκυρές και κείνες μαζευόντανε γύρω από τα πόδια τους για να φάνε, τις πιάνανε και τις κάνανε δαχτυλική εξέταση, το κοινώς προσφώλημα. Να δούνε ποια θα γεννήσει, πόσα αυγά θα πάρουνε και να αρχίσουνε να μετράνε με τα δάχτυλα, τόσα για πετρέλαιο, να ‘χουνε φως το βράδυ, τόσα για τσιγάρα του κύρη τους, τόσα για καμιά οκά πατάτες ή μακαρόνια - μπλουμ, γιαχνί για να φτουράνε. Και όποια όρνιθα δεν είχε αυγό την πέταγε σαπέρα με οργή.
«Άντε μουρή παλιοτεμπέλα και άμα δε γεννήσεις κι αύριγιου, θα στο κόψω γω το κεφάλι ή μπας και νομίζεις πως θα σε ταγίζω τσάμπα;»
Μετά την απελευθέρωση και εκεί γύρω στο πενήντα, έγινε το θαύμα και το νησί άρχισε να βγάζει το πολύτιμο λευκό του χρυσάφι. Ενώ ως τότε κρατάγανε τον μπαμπακόσπορο από το ντόπιο βαμβάκι, να τον φυτέψουνε και την επόμενη χρονιά, φέρανε βαμβακόσπορο ξενικό, ανοίξανε πηγάδια, πήρανε μηχανές ποτιστικές και σωλήνες και να η Λήμνος μας που έγινε σουρωτήρι. Σε κάθε δυο, τρία, τέσσερα στρέμματα και από ένα πηγάδι. Και επειδή το χώμα της, στην πλειοψηφία του, είναι αμμουδερό και παθαίνανε καθίζηση, φτιάχνανε μεγάλα, τσιμεντένια, στρογγυλά προστατευτικά για να το σιγουρέψουν. Φυτέψανε και καινούργιο βαμβακόσπορο, τον ποτίσανε και γίνανε οι βαμβακιές σαν μικρά δεντράκια. Το δειλινό, όταν βάζανε μπρος οι μηχανές για πότισμα, θαρρούσες πως η Λήμνος μας σήκωνε πανιά και ταξίδευε λευκή νυφούλα στο Αιγαίο. Η γη πήρε τέτοια αξία, που ήταν «χούφτα χώμα και χρυσάφι». Αρκετοί ήταν αυτοί που γυρίσανε και ρωτούσανε να μάθουνε τα χωράφια των πατέρων και των παππούδων τους. Και σαν καλοί χρυσοθήρες του «Φαρ - Ουέστ» ήρθανε να πάρουνε μερτικό από το λευκό της χρυσάφι. Φέρανε στο νησί τρακτέρ, δούλεψε ο κοσμάκης, που δεν είχε πολλά χωράφια, μεροκάματο και είδε δυο δεκάρες στα χέρια του. Κάνανε αποθήκες και στο Κάστρο εκκοκκιστήριο. Οι παλάντζες ζυγίζανε αβέρτα τσουβάλες γεμάτες λευκό χρυσάφι. Πλουτίσανε εκείνοι που είχαν πολλά χωράφια και ο κοσμάκης λίγδωσε το έντερό του από μια στάλα λαδάκι. Και ας είχε είκοσι δραχμές το κιλό και οχτώ το μεροκάματο. Και όταν πήγαινε η θεια-Πιπίνα στο μπακάλικο δεν έλεγε πια στον κυρ-Γιώργη: «Δεν φτάνει που την έχεις μικρή (την οκά), την βάζεις λειψή και δεν την αφήνεις να στραγγίσει». Πάψανε οι νοικοκυρές να προσφωλάνε τις κότες, να δούνε πόσο έχει η «μετοχή» στο χρηματιστήριο. Εκεί που δούλευε η εργατιά, μέσα στον κόπο, στο μόχθο και στον ιδρώτα, μέσα από τους μποχτσάδες και τις μαμούκες, που αφήνανε μόνο τη μύτη και τα μάτια ελεύθερα, γεννηθήκανε ειδύλλια, γίνανε αρραβώνες, είδαμε χαρές και λύπες, κλάψαμε και γελάσαμε με γεμάτο στομάχι και ποδεμένα ποδάρια. Γιατί όλος αυτός ο οργασμός για τους φτωχούς ήταν «παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του». ‘Ενα ζευγάρι παπούτσια, ένα ρούχο, δυο-τρία τσουβάλια κάρβουνα για το χειμώνα και αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο. Και μετά ξανά-μανά πάλι τα ίδια. Πολλά τα χέρια, λίγα τα μεροκάματα και κατ’ επιλογή. Δούλευες σκυλίσια; Σε παίρνανε. Ήσουν λίγο οκνός; «Άστον να κάτσει στο σκλί».


Η θρυλική δισκόσβαρνα, που προετοίμαζε το χωράφι για την σπορά του βαμβακιού. Τώρα σκουριάζει εγκαταλελειμμένη (Φωτο. Σταύρος Τραγάρας)








Η Βίσκονσιν

Από την ποιητική συλλογή «Λήμνος» του Σταύρου Τραγάρα

Τη μέρα που παραλάβαμε τη Βίσκονσιν
χτυπούσε η καμπάνα του Αγιογιώργη γιορτινά
και μια παρέα νηριήδες τραγουδούσαν και χόρευαν
στο ρυθμό που τους έπαιζε το κλαρίνο του Βλάση.

Γκρίζα και γυαλιστερή σαν τα βουνά του Ουϊσκόνσιν
μαύρα ατσαλένια βράγχια για ν’ αναπνέει τη φωτιά
κεχριμπαρένιο κίτρινο ποτήρι για το λάδι της
κόκκινα της φωτιάς ξενικά γράμματα για να μας ξιπάζει
από αλουμινένιο χασέ προσόψι για να σκουπίζεται.

Άγρια σαν την αμαζόνα και όμορφη σαν τη γειτόνισσά μου την Ελένη
ήρθε φορτωμένη ασήμια και νικέλια
κρύβοντας μέσα της ένα γέρο Ινδιάνο
που ήθελε ταξίδι μακρινό
για να ξεχάσει τις πίκρες του.

Όταν τη βάλαμε στο πηγάδι να δουλέψει
ακούστηκαν χίλια πολυβόλα και χίλια μυδράλια
και όλοι οι πεθαμένοι στρατηγοί σηκώθηκαν
και θαύμαζαν τέτοια βοή πολέμου.

Καμιά δεν ήταν τόσο τεράστια
ίσα – ίσα τη σήκωνε ένα φορτηγό
και μόνο εγώ μπορούσα να τη μετακινήσω
αφού πρώτα έφτυνα στις παιδικές απαλάμες μου.

Σαν φορούσε το ακριβότερο κόσμημά της
την ολοκαίνουργια μάνικα
με τα κόκκινα και μπλε χρώματα
ζήλευαν στο διπλανό περιβόλι οι μηλιές
και η μάνα μου που φοβόταν το κακό μάτι
τη ξεβάσκαινε αφού τη λέρωνε με λίγη λάσπη.

Όταν άρχιζε να βγάζει επάνω το νερό
διψασμένα προϊστορικά θηρία από τα έγκατα της γης
ξεπρόβαλαν το κεφάλι τους
να πιουν και να ξεδιψάσουν.

Τότε οι μπαμπακιές ριγούσαν από τη δροσιά
κι η κάθε στρούμπα κρεμνούσε σημαιούλες στην αυλή της
καθώς εντός της έστηναν τρελό χορό
εργάτες και τεχνίτες φαμπρικάρηδες.

Ο Απαλλάχος που κρυβόταν μέσα της
έβγαινε και καμάρωνε στην πεδιάδα
που παίζαν τα παιδιά του
κι απ’ τη χαρά του κερνούσε κουβάδες το νερό
τις αγελάδες που έβοσκαν δίπλα.

Ο πατέρας μου του πρόσφερνε με τη σειρά του
λίγη μυρωδιά από μπεζίνα
και ένα φελί από τις βόντενες
που ξάπλωναν στις αυλακιές
σαν τα κουτάβια στην εξώθυρα.

Ο Νείλος έφευγε απ’ την Αίγυπτο
και χυνόταν στο χωράφι μας
και ένας νεαρός Φαραώ μέσα στα χρυσάφια
καταδεχόταν να κάτσει κατάχαμα
να φάει ψωμί μαζί μας.

Η νεροφίδα η μόνιμη για χρόνια στο πηγάδι
τρελαινόταν από χαρά
κι έτρεχε γύρω – γύρω
και τα βατράχια λούφαζαν από τον τρόμο τους.


Πέρασαν χρόνια, η Βίσκονσίν μας γέρασε
ξεθώριασε η ίδια, άλλαξε η φωνή της
μια μέρα σταματήσαν τα νερά
βγήκαν σφηγκοφωλιές μες στην εξάτμισή της.

Μα είναι ολοζώντανη το ξέρω εγώ καλά
με χαιρετά ο φίλος μου ο Απαλλάχος κάθε τόσο
που έμεινε εκεί
μες στην κεντρόφυγγα
προβάλλει και με χαιρετά μόνο εμένα
είναι το μυστικό μας.

Αλήθεια πόσο καιρό μπορεί να ζει μια Βίσκονσιν;
Μα η Βίσκονσιν είναι αθάνατη
δεν το γνωρίζετε;



Τα τελευταία ανοιχτά «καρύδια»






Το πέρασμα του μπαμπακιού στη Λημνιακή γλώσσα

Σταύρος Τραγάρας

- Θα στο ταγίσω το μπαμπακούδ’. Δηλαδή, θα σε πεθάνω, ή θα σε σκοτώσω, ή θα πεθάνεις πρώτος.
- Το μπαμπάκ’ να στο βάλνε στο στόμα σ’. Κατάρα. Να πεθάνεις.

«Σε μια νεροφαγ’δέλα και στ’ άλλο το ρυακούδ’ κάντεν οι Καμνιωτέλες και κλώθνε μπαμπακούδ’».
Ένα τραγουδάκι, από το βιβλίο του Θόδωρου Μπελίτσου: «Το γλωσσικό ιδίωμα της Λήμνου».
- Στα μπαμπάκια. Θα πληρωθείς όταν πάρω τα χρήματα από την πώληση του βαμβακιού.
- Μπαμπάκιασε το κεφάλιε τ’. Άσπρισε, γέρασε.
- Ε π’ να μπαμπακιάσ’ το στόμα σ’. Για όποιον μιλούσε όλο για το βαμβάκι.
- Κιχ κακά το μπαμπακούδ. Δηλαδή, βαριά δουλειά, η δουλειά του μπαμπακιού.
- Από παν μπαμπάκ’ από κατ γαμάκ’, ή από παν μπαμπάκ’ από κατ φαρμάκ’. Γέρος αλλά… θαλερός.
- Με το μπαμπάκ’. Δηλαδή ελαφρά, απαλά. Και το σχετικό τετράστιχο:

«Θε να σε κάμω να γενείς
κίτρινο λουλουδάκ’
να σε δροσίζ’ η μάνα σου
νερό με το μπαμπάκ’».

- Τον καιγ’ με το μπαμπάκ’, ή τον σφαζ με το μπαμπάκ’. Τον έβαλε στη θέση του με τρόπο…επιστημονικό.
- Βγαζ’ μπαμπακιές. Ειρωνικά για κατώτερες δουλειές.
- Μπαμπάκια στα μάτια σ’. Μετά τη λέξη «μπα», ή «μπαμπά»..

«Μπάμπαλο (και μπάμπακο) στον ουρανό
γή αγέρας γή νερό».

Δηλαδή αν αιωρούνται σκουπιδάκια ή μπαμπακάκια στον αιθέρα, ή θα πάρει αέρας, ή θα βρέξει.
- Μπαμπάκ’ ήβγαλε η γλώσσα μ’. Ευκολονόητο.
- Μπαμπάκιασε η ξερή τ’. Εννοείται από το πολύ ….σεξ.
- Βρε καλώς το μπαμπακοέμπορα. Για κάποιον που κάνει τον πλούσιο.
- Ε π’ να μπαμπακιάγ’ς. Ε που να γεράσεις.
- Μπαμπακιασμένες οι πατάτες. Λαδοπιασμένες.
- Ήρτε σα ντο μπαμπακοέμπορα. Παριστάνει τον πλούσιο.
- Για πε μπαμπακόσπορος. Σαν τεστ για να δούμε αν είναι μεθυσμένος.
- Κατουρεί σα ποτ’στής. Μπόλικο πράμα.
- Το πράμα τ’ έναι να το καμ’ς αυλακωτήρ’. Για πολύ προικισμένους. Μια ιδέα για μια νέα χρήση.
- Φσταν’ σα μπαμπακοχάραρο. Δηλαδή φουστάνι φαρδύ και άκομψο.
- Για διε τον, κοχλερούδ’. Δουλεύει ρολόι, όπως οι μηχανές «Κόχλερ».
- Ε καμένε Μαλκότσαρε. Ο μεγάλος, ο αμπούνταλος, ο άγαρμπος. Όπως η ντηζελομηχανή «Μαλκότση».
- Τν έχ’ μαρκούτσ’. Άνευ σχολίων.
- Πιάσαν οι αυτάρες τ’ σαλαμάστρα. Για τον βρώμικο, τον άπλυτο.
- Παγ’ να χυσ’ το νερό. Πάει για σεξ.
- Ε, ρε στρούμπα πα στ’ μπατνίτσα και νάναι και ποτιστικιά. Για κάποιον που κάνει ζαβολιές και πρέπει να τιμωρηθεί μ’ αυτόν τον τρόπο.
- Ζάρωσε σα τον κουρμά. Για κάποιον που «μαζεύτηκε».
- Κουρμαδέλια, τσιγαρέλια. Αν έχεις κουρμάδες θα έχεις και τσιγάρα.
- Πήρε αγέρα το ποτήρ’. Είναι ανενεργός πλέον σεξουαλικώς.
- Έναι ποτιστικιά. Ωραία γυναίκα, λεβεντογυναίκα, «θεωρητικιά».
- Έναι ξερκιά. Ξερικιά, γαλοκαμένη.
- Ποτίζ’ σάλμα. Ποτίζει αφήνοντας το νερό να πάει όπου εκείνο θέλει, χωρίς να υπάρχουν αυλάκια, δηλαδή «όσα πάνε κι όσα έρθουν».
Τα ’βαλε το κοχλερούδ με τ’ Μαλκότς. Άνισος αγώνας.


Οι στρούμπες







Πριν 45 χρόνια. Επιλογές από το Λημνιακό τύπο

Έρευνα Σταύρος Τραγάρας

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ
Θεωρώ επιβεβλημένον καθήκον να ευχαριστήσω το μεταναστευτικόν γραφείον Ρεκόρ – Εξπρές, Δραγατσανίου 6 Αθήνα και το προσωπικόν αυτού δια την ταχείαν εξυπηρέτησιν δια το ταξείδιον της θυγατρός μου Αντωνίας Καφέ εις Αυστραλίαν.
Ο πατήρ Αθαν. Καφές

ΒΑΜΒΑΚΟΚΑΛΛΙΕΡΓΗΤΑΙ
Πλησιάζει ο καιρός για το μάζεμα του βαμβακιού. Προγραμματίστε τη συγκομιδή και εξασφαλίστε από τώρα τους εργάτες και εργάτριες που έχετε ανάγκη.
Μην αναβάλλετε τη συγκομιδή από μέρα σε μέρα.
Μην αφήνετε να ανοίξουν όλα τα καρύδια στο χωράφι για να αρχίσετε το μάζεμα. Οι καλές μέρες περνούν και δεν ξέρετε αν θα τις βρείτε αργότερα.
Μαζεύετε το μπαμπάκι προσεκτικά, δίχως κομμάτια από φύλλα και τσόφλια, που ελαττώνουν την αξία του.
Το βαμβάκι από άρρωστα καρύδια πρέπει να το μαζεύετε χωριστά.
Αποθηκεύετε το βαμβάκι σε στεγνό και ξερό μέρος.
Το ύψος του σωρού στην αποθήκη να μην περνά το 1,5 μέτρο.
Μη χρησιμοποιείτε θεριστικό σπάγγο σιζάλ στα σακκιά του σύσπορου βαμβακιού γιατί μπορεί να περάση στο εκκοκκισμένο και να κάνη μεγάλες ζημιές στα μηχανήματα των νηματουργείων.
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΒΑΜΒΑΚΟΣ ΛΗΜΝΟΥ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Η εφημερίς μας δεν θα εκδοθεί την προσεχή εβδομάδα λόγω αναχωρήσεως του τυπογράφου εις Αθήνας προς εγχείρησιν αμυγδαλίτιδος.

ΠΩΛΕΙΤΑΙ κάρον τετράτροχον εις καλήν κατάστασιν και τιμήν ευκαιρίας μετά του αλόγου και όλων των εξαρτημάτων αυτού. Διά πληροφορίας εις το καφενείον Σκαπέτη εις Κοντιά.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Ο κ. Δημ. Κάργας θα παραλαμβάνει αυγά κούρνων προς 2 δραχμές έκαστον και πόδια νεοσσών κούρνων προς 3 δραχμές το ζεύγος.
Κυνηγετικός σύλλογος Λήμνου

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Επειδή, ως είναι γνωστόν, κατά το παρελθόν, εσημειώθησαν μεταξύ των κατοίκων ορισμένων περιοχών, σοβαρά κρούσματα δηλητηριάσεων (μολυβδιάσεως) μετ’ ηπατίτιδος, αναιμίας κλπ, άτινα κατά πάσαν πιθανότητα οφείλονται εις την χρήσην συντετηρημένου χοιρείου κρέατος (καβουρμά), παρασκευασθέντος και διατηρηθέντος εντός κασσιτερωμένων (γανωμένων) σκευών, φέρομεν εις γνώσιν του κοινού, ότι η παρασκευή τοιούτου κρέατος και η εν συνεχεία διατήρησις δέον όπως μη ενεργείται εντός τοιούτων σκευών, προς αποφυγήν τοιούτων σοβαρών συμβαμάτων.
Ο Νομίατρος Λέσβου
Φώτιος Λογοθέτης

ΠΡΟΣΟΧΗ
Εις Ατσικήν ανοίγει τας πύλας του την 15ην Μαϊου 1960 καινουργές Καφε-Οινο-Μαγειρείον του κ. ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΛΙΜΑΝΗ υπό την επωνυμίαν «Ο Παράδεισος». Ο πελάτης θα εύρη κάθε δυνατή περιποίηση και καθαριότητα. Επίσης γνωρίζομεν ότι συντόμως θα λειτουργήσει και Ξενοδοχείον εις τον άνω όροφον.
ΚΟΜΝΗΝΟΣ ΛΙΜΑΝΗΣ

ΜΟΤΟΣΑΚΟ ZUNDAPP
Στο κατάστημα Κων/νου Πολυταρίδη παρελήφθησαν τα παγκοσμίου φήμης Γερμανικά μοτοσακό ZΟΥΝΤΑΠ 4 ταχυτήτων ιπποδυνάμεως 4,20. Κυκλοφορούν με άδεια ποδηλάτου. Επισκεφθήτε μας.

ΤΗΛΕΓΡΑΦΙΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑΙ
Εξωχώτατον Υπουργόν Εμπορικής Ναυτιλίας, Αθήνας
Λημνιακός Λαός ανάστατος διά την μη προσέγγισιν Ατμοπλοίου ΚΑΝΑΡΗΣ Λιμένα Μυρίνης αδικαιολογήτως καθ’ ότι επικρατεί άκρα νηνεμία στοπ. Καταγγέλομεν συστηματικήν εγκατάλειψιν Λιμένος προορισμού αγνοούντες λόγους στοπ…..
Πρόεδρος Εμπορικού Συλλόγου Λήμνου
Αθαν. Κουκουτός

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Ετελείωσαν τα χρήματα που είχαμε διά αυγά κούρνων και πόδια από νεοσσούς. Με το άνοιγμα του κυνηγίου θα παίρνει πάλι ο κ. Δημ. Κάργας πόδια κούρνων προς δραχ. 4 το ζεύγος. Εκ του Κυνηγ. Συλλόγου

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ
Η κοινότης Βάρους Λήμνου αισθάνεται υποχρέωσιν να ευχαριστήσει και δημοσία τον απερχόμενον Ιατρόν μας κ. Μανταδάκην Σταμάτιον όστις επί εξαετίαν προσέφερεν εις τους κατοίκους μας την ιατρικήν του περίθαλψιν όχι μόνον ως επιστήμων ιατρός αλλά και ως ανθρωπιστής Χριστιανός και διαφωτιστής της Εθνικής Ιδέας μας και υποστάσεως εις όλην την περιφέρειαν του Ιατρείου. Ευχόμεθα εις αυτόν υγείαν και θα μείνη αξέχαστο το πέρασμά του.
Εν Βάρει τη 26.12.1961
Ο Πρόεδρος της Κοινότητος
Αθανάσιος Τσαρδάνης

ΓΕΩΤΡΗΣΙΣ ΕΙΣ ΑΤΣΙΚΗΝ (24/6/1961)
Με χαρά μεγάλη πληροφορούμεθα ότι η γεώρτησις εις περιοχήν Ατσικής εις βάθος 150 περίπου μέτρων έδωσε το ποθούμενον αποτέλεσμα και τούτο είναι δι’ ημάς πλέον ή ευχάριστον διότι επαλήθευσεν η σκέψις και γνώμη μας εκφρασθείσα εις συγκέντρωσιν εν Δάφνη, παρουσία του κ. Νομάρχου μας, αλλά και διά των στηλών μας, ότι σε μεγαλύτερα βάθη υπήρχε πιθανότης ανευρέσεως ύδατος, η δε στα 100 μόνο μέτρα που έγινε στην περιοχή της Δάφνης ήτο ματαιοπονία….

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ ΒΟΥΛΕΥΤΟΥ ΠΕΡΙΑΝΔΡΟΥ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΡΗ (20/1/1962)
Πληροφορηθείς τηλεφωνικώς χθεσινοβραδυνήν ανταρσίαν κυβερνήτου πλοίου «Καραϊσκάκης», μη υπακούσαντα εις συστάσεις λιμενάρχου Μανουσάκη προσεγγίση λιμένα Κάστρου ως είχεν υποχρέωσιν διότι ουδείς λόγος συνέτρεχε λόγω επικρατούσης νηνεμίας και αποφύγη αγκυροβολήση λιμένα Μούδρου γενόμενος αίτιος ταλαιπωρίας επιβατών υπαίθρου αλλά και εμπόρων προέβην σήμερον πρωίαν εις έντονον διαμαρτυρίαν Εταιρείαν Νομικού Γενικόν Δ/ντήν Λογοθέτην και αξίωσα επιβάλη αυστηρά τας κυρώσεις κυβερνήτην πλοίου και συστήση παύσουν τοιαύται ανταρσίαι εις το μέλλον διότι τας πληρώνει ο Λημνιακός λαός στοπ.

ΑΠΟΛΥΣΙΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ (23/11/1963)
Απέλυσε βλέπουμε η νέα «Δημοκρατική» κυβέρνησι μερικούς – πώς θέλετε να τους ωνομάσουμε; - που κάποτε λεγόταν εγκληματίαι, έπειτα τους είπαν πολιτικούς κρατουμένους, πλησιάσαμε να τους πούμε και ήρωας, τέλος πάντων από αυτούς τους πολυωνύμους, και μάλιστα μερικοί εξ αυτών καταδικασμένοι για ανθρωποκτονίαν.

ΤΟ ΒΑΜΒΑΚΙ
Δεν είναι άγνωστος εις κανένα η πολιτική την οποίαν ηκολούθησεν η κυβέρνησις όσον αφορά την καλλιέργειαν του βάμβακος. Απέδωσεν εις αυτήν τόσην σημασίαν, ώστε να επιδιώξη την περαιτέρω ανάπτυξίν της διά της αναδιαρθρώσεως των καλλιεργειών. Είναι γνωστόν ότι υπέδειξεν την ανάγκην μειώσεως της σιτοκαλλιεργείας και ενίσχυσεν την καλλιέργειαν βάμβακος και ψυχανθών, των τελευταίων τούτων διά την ανάπτυξιν της κτηνοτροφίας. Παρά ταύτα όμως η δημαγωγία προσπαθεί από μακρού να να παρασύρη και να εμπλέξη εις τα δίκτυά της τους βαμβακοπαραγωγούς, διά να εξυπηρετήση τους πλέον παραλόγους και αντεθνικούς σκοπούς των οποίων την πραγματοποίησιν επιδιώκει.
ΟΔΗΓΙΕΣ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΡΟΔΙΝΟΥ ΣΚΩΛΗΚΟΣ
Ο σπουδαιότερος εχθρός διά την βαμβακοκαλλιέργειαν της Νήσου είναι ο ρόδινος σκώληξ. Πώς αναγνωρίζεται η προσβολή του ροδίνου σκώληκος: α) Τα προσβεβλημένα λουλούδια παραμένουν κλειστά και δεν ανοίγουν. β) Αν ανοίξουμε προσβεβλημένα καρύδια βλέπουμε στο εσωτερικό μέρος χαρακτηριστικό εξόγκωμα.
Αρχίζουμε την καταπολέμησιν όταν αρχίζει η άνθησις και σχηματίζονται τα πρώτα μικρά καρύδια. Η καταπολέμησις πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 8 έως 10 ημέρες.
Χρησιμοποιούμενα φάρμακα. 1)Σκονίσματα: Κόττον Ντάστ ή Δ.Δ.Τ 10% σε ποσότητα 3-4 κιλά το στρέμμα. 2) Ραντίσματα: Δ.Δ.Τ. 50%. Διαλύομε μισό κιλό φαρμάκου στα 100 κιλά νερού, τα οποία ρίχνομε σε ένα στρέμμα.

ΑΦΟΡΗΤΟΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ υφίσταται εις το Γυμνάσιόν μας να τοποθετούνται οι μαθηταί στα μουχλιασμένα υπόγειά του, που συναγωνίζονται τα μπουντρούμια του Παλαμηδιού και κάθε άλλης φυλακής, γιατί προσκρούουμε σε ζητήματα αρμοδιότητος, και δεν καθίσταται δυνατόν να στεγάσουμε τα παιδιά στο Ινστιτούτον που πληρώνεται πάλιν από τους γονείς των παιδιών, ούτε και στες άδειες αίθουσες του Παντελιδείου Παρθεναγωγείου, αλλά δίνεται η λύσις του χωρισμού του διαδρόμου σε δύο αίθουσες και την χρησιμοποίησιν του ενός των γραφείων του.

ΕΠΙΔΟΤΗΣΙΣ
Τελείωσεν η επιδότησις – το «μπαξίζι» θα πρέπει να πούμε – του κράτους προς τους καλλιεργητάς ξηρικού ή ποτιστικού βάμβακος, αφού προ καιρού τέλειωσε η άλλη επιδότησις των ψυχανθών. Αυτό βέβαια δεν είναι καινούργιο, γιατί έγινε και κατά το προηγούμενο έτος, αλλά θα επαναληφθεί και τον ερχόμενο, και μέχρι ότου κρίνει η κυβέρνηση αυτή που έδωσε τα δύο προηγούμενα χρόνια την επιδότηση, και που η ίδια πάλι, με νέες δυνάμεις, με μεγαλύτερο ενδιαφέρον και στοργή θα προέλθει από τας προσεχείς εκλογάς. Θα μας πούνε ίσως να μην κάνουμε τον προφήτη μετά Χριστόν, ας το πουν, κι ας το ξαναπούν, το αποτέλεσμα θάναι πάντα το ίδιο και αμετάβλητο: Και αυτές τις εκλογές, και τες άλλες ακόμα, ο Καραμανλής θα κυβερνήσει την Ελλάδα και ας μη κουράζονται και ματαιοπονούν, δαπανούν και ξεθαύουν τους υψηλούς πίλους των, δεν πρόκειται να ξανακυβερνήσουν.

ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ
Η απροσδόκητος διαφωνία του στέμματος προς την υπεύθυνον εισήγησιν της κυβερνήσεως επί των λόγων οι οποίοι επιβάλουσι την αναβολήν της βασιλικής επισκέψεως εις Αγγλίαν, προεκάλεσεν, ως ήτο επόμενον, την παραίτησιν της κυβερνήσεως κ. Καραμανλή, ήτις και εγένετο αποδεκτή παρά της Α.Μ. του Βασιλέως το εσπέρας της παρελθούσης Τρίτης.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ
Ανακοινούται εις τους κυνηγούς ότι πας κύων περιφερόμενος άνευ φιμώτρου θα δηλητηριάζεται παρά της Αστυνομίας.
Ο Πρόεδρος κυνηγετικού Συλλόγου
Θεοφάνης Καραβίας



Το καρύδι του βαμβακιού, ανοιγμένο







Μαρτυρίες για την βαμβακοκαλλιέγεια

Συλλογή μαρτυριών Σταύρος Τραγάρας

Νίκος Βλαχόπουλος. Ήμουν στην Τρίτη Γυμνασίου, εν έτει 1969. Καλοκαιράκι, καιρός για τα ποτίσματα και τα ραντίσματα των μπαμπακιών. Ο πατέρας μου, θεός σχωρέστον ήταν πολύ προοδευτικός αγρότης, εργατικός και με ανοιχτό μυαλό. Αγόρασε ένα βενζινοκίνητο μηχανάκι για το ράντισμα του μπαμπακιού, γιατί οι χειροκίνητες ραντιστήρες ήταν και αργές και μη αποτελεσματικές. Θυμάμαι είχαμε κατά διαστήματα μέσα στο χωράφι βαρέλια γεμάτα με νερό για να γεμίζουμε το ντεπόζιτο πάνω στο μηχανάκι. Μετά ρίχναμε μέσα στο ντεπόζιτο την ανάλογη ποσότητα με το μετασιστόξ, που ήταν υγρό και είχε μια φοβερά έντονη οσμή. Το μετασιστόξ ήταν δηλητήριο, επικίνδυνο για τον άνθρωπο, αν αναπνεόταν σε μεγάλη ποσότητα. Καταπολεμούσε τον τετράνυχο, που ήταν μια καταστροφή για το βαμβάκι. Μετά βάζαμε μπρος το μηχανάκι και ραντίζαμε δυο - δυο τις σειρές. Το μηχανάκι είχε μεγάλη δύναμη, νεφελοποιούσε το διάλυμα του φαρμάκου, περιέλουζε κυριολεκτικά τις μπαμπακιές, δημιουργώντας ένα σύννεφο φαρμάκου. Είχαμε 14 στρέμματα στη θέση Καλαμούδ’, πηγαίνοντας για το Κοντοβράκι, στου Νταβλούμ τη μάντρα. Ανέλαβα εγώ το ράντισμα. Μου έλεγε ο πατέρας μου να μην πηγαίνω κόντρα στον αέρα, αλλά εγώ βαριόμουν να γυρίζω πίσω και να ξαναξεκινώ. Επίσης μου είπε να ραντίσω μέχρι τις δέκα το πρωί και να σταματήσω, αλλά εγώ ήθελα να τελειώσω, έτσι ράντισα μέχρι το μεσημέρι, έφαγα το φαγητό που μου έφερε η καημένη η μάνα μου, αφού πλύθηκα πρόχειρα και μετά συνέχισα μέχρι το απόγευμα τελειώνοντας το χωράφι. Μετά πότισα και το βράδυ πήγα και στο γήπεδο να παίξω μπάλα. Εκεί ζαλιζόμουν και είχα τάση για έμετο. Πήγα σε κακή κατάσταση στο σπίτι και έπεσα για ύπνο σε μαύρο χάλι. Το πρωί κατέρρευσα, έκανα έμετο και βρώμισε ο κόσμος μετασιστόξ. Σε άθλια κατάσταση με μετέφεραν με το ταξί του Βέργου στο νοσοκομείο. Θυμάμαι που ο Αποστολίδης ο γιατρός φώναζε: «Τον άνθρακα, τον άνθρακα». Με πότισαν ένα μαύρο υγρό και μετά από λίγο έβγαλα τα έντερά μου στον έμετο. Ήταν τόσο έντονη η οσμή από το δηλητήριο που οι γιατροί και οι νοσοκόμες βγήκαν από το δωμάτιο. Τη γλύτωσε παρά τρίχα είπε ο Αποστολίδης, ήταν δηλητηρίαση από τις λίγες. Έκατσα το νοσοκομείο για μερικές μέρες. Για εβδομάδες μου φαινόταν ότι το φαγητό μύριζε μετασιστόξ. Από τότε όποτε μυρίσω κάποιο φυτοφάρμακο μου έρχεται στο στόμα η αηδιαστική γεύση του μετασιστόξ. Ο πατέρας μου καυχιόταν για το βαμβάκι που έβγαζε. Ήταν από τους καλύτερους παραγωγούς της Λήμνου. Η κατά στρέμμα παραγωγή ήταν 400-500 κιλά, ποσότητα πρωτοφανής. Θυμάμαι η χούντα βράβευσε τους καλύτερους βαμβακοπαραγωγούς του νησιού σε ειδική τελετή στην πλατεία και τους έδωσε και μετάλλιο. Από την Ατσική ήταν ο πατέρας μου και από το Προπούλι ο Νίκος ο Αρναρέλης. Ο πατέρας μου γνωστός αριστερός με εξορίες στην πλάτη του δεν ήθελε να πάει και να δώσει άλλοθι στη χούντα, αλλά κάποιος του είπε ότι αυτή η τιμή του ανήκε, δεν του τη χάριζε κάποιος και έτσι πήγε.


Σκάλισμα βαμβακιού στην Ατσική (Τη φωτογραφία μας την έδωσε ο Βασίλης Μουστάκας)



Αρετή Τραγάρα. Είχαμ’ νοικιασμένα τα χωράφια τα Κακιάδκα, κατ κεινά τα Κελάρκα. Τυραγνίδα και βάσανα. Ξέσπομνε πας τον άντρα μ’ τον Κώστα. Πήγες και νοίκιασες τα έρμα τον ήλεγα, τς καγιάδες. Οι καγιάδες ήνταν τα βολάρια τα μεγάλα, οι χωματοβόλ’. Καγιάδες τα ήλεγεν η Μοσκοβίνα. Είχαμ ήλεγεν στ Μικρασία τέτοια μαύρα χώματα, καγιάδες, άγριγια χώματα, αλλά εύφορα, γερά. Άμα πετύχαινε η χρονιά σώνεσνε, αλλιώς πήγαινες χαμένος σε πόμενε μόνε η δλεια. Δεν είχε παγ’ καλα η χρονιά, είχαν πλακώσ’ βροχές και δεν είχαμ ξεπερσέψ τίποτα. Είχαμ κεινά στο τσιμέντο ένα κοβνό κουρμάδες μαύερ. Ήνταν ένας που είχε μοσοκλέτα, Εόκα τον παρατσουκλιάζαν, τον λέγ’ ο άντραζεμ τώρα π’ θα πας στο Μούδρο, δε σε φορτώνω πεντ’ εξ τσβάλια κουρμάδες να τα πάμε στο Θασίτ’; Λέγ’ ο Εόκας, μπράβο!! Πήγαμ και πήραμ πράματα. Ρούχα, χρειγιαζούμενα, το ένα, το άλλο. Πήραμ και μια μεγάλ’ γυάλα γλυκό. Είχαμ αρραβωνιασμέν’ τ’ Βικτώρια, το ήθελα το γλυκό να έρτ ένας άθρωπος να μη πέσνε τα μούτρα μ’. Το έκρυψα μεσ’ στ’ γιούκερ, να μη ντο φάγ’ ο γιόζεμ ο Αργύρς που ήνταν φαγάς και δεν άφνε τίποτα. Αλλά ο Αργύρς το ανεκάλ’ψεν και σιγά σιγά το πελέκαν. Εμείς το είχαμ σίγουρο. Ήρτε μια μέρα επίσκεψ τς Βικτώριας ο πεθερός, Θεός σχωρέστον, πάγω να τον κεράσω, είχε μέσα στ γιάλα ίσα ίσα μια κουταλιά. Σαν έφγιε, εσύ έφαγες το γλυκό, εγώ έφαγα το γλυκό, λέγ’ ο Αργύρς εγώ το έφαγα, άφκα όμως μια σταλίδα. Άμα το ξανακρύψτε θα το βρω και θα το φάγω ούλο. Ώρα τ’ καλή. Άλλ’ ιστορία. Ο Τραντάφλος τς Μοσκοβίνας ήνταν φιλ’ με το γιο μ’ τον Αποστόλ’. Παλ’καρούδια. Ήρτε η Μοσκοβίνα και μας ηγτόνεψεν μια μέρα, βλέπω και γω δυο κεφαλούδια και ξενεφαίναν σα ντα μελεφά απ’ το παραθύρ και βιγλίζαν σα ντα μέσα. Ο ένας ήνταν ο Αποστόλ’ς. Βρε Αποστόλ’ τον είπα ύστερα, ποιος ήνταν ο άλλος μαθέ που βλέπτε μέσα; Ποιος άλλος με λεγ’, λωλάθκιες βρε μάνα, εγω μόνε ήμνα. Σε λίγες μέρες λεγ’ ένας μστορής τον άντραμ τον Κώστα ότι ο Αποστόλ’ς πετά κατ τσβάλια άδεια μες απ’ τον πέργιορα σε ένα σπιτ, τώρα το έχνε αγοράσ’ και το έχνε φκιαξ’, πού έναι τς Αρτούλας το σπιτ’, ε από δω μεριά. Με λεγ’ ο Κώστας σίγουρα πλει το μπαμπάκ’ στο μαγαζί για να καμ χαρτζλίκ’. Τον έσφιξε, και ομολόγ’σεν ότι ο Τραντάφλος πούλιεν το θκοτς το μπαμπάκ’, τ’ μπαμπάτ’ τ’ Μόσκοβα, και κειος τον έκαμνεν τς πλάτες. Γι’ αυτό βλέπαν αν ήνταν η Μοσκοβίνα στο σπιτ μας, να πάνε να πάρνε το μπαμπάκ’ να το πλήσνε στο μαγαζί. Κι ο Κάντζος ο Νίκος είχε μαγαζί, κι ο Ορέστης είχε μαγαζί, το πλούσαν όσο όσο για χαρτζλίκωμα.

«Σύλλογος Αγροτοπαίδων Ατσικής» σε εκδρομή στη Μύρινα. Δεκαετία 1960. Εδώ επισκέπτονται το «εκκοκκιστήριον βάμβακος» (Τη φωτογραφία μας την έδωσε ο Χρήστος Δεληγιάννης)


Βασίλης Λούγκλος. Όπως μου έλεγε πριν λίγες μέρες ο Βαγγέλης ο Δασοπάτης, η καλλιέργεια του βαμβακιού στη Λήμνο άρχισε το 1935 με 36. Πριν από τότε υπήρχε μια μικρή παραγωγή από κοκκινοβάμβακο, που το χρησιμοποιούσαν για τα στρώματα και τα μαξιλάρια, είχαν δε και εκείνα τα μικρά τσιγκρίκια για να το ξεσπορίζουν, γιατί τον μπαμπακόσπορο τον ξαναχρησιμοποιούσαν. Το 35 με 36 λοιπόν έφεραν βαμβακόσπορο απ’ έξω και ξεκίνησε ομαδική καλλιέργεια του βαμβακιού. Μέχρι τότε στο συνεταιρισμό της Ατσικής ήταν καμιά δεκαπενταριά άτομα μόνον και σιγά σιγά άρχισε να γίνεται ο συνεταιρισμός. Βέβαια υπήρξε μια διακοπή στον πόλεμο και μετά το τέλος του πολέμου άρχισε πάλι η καλλιέργεια. Μετά το 55 άρχισε η μεγάλη ακμή της καλλιέργειας. Έπεσαν πολλά λεφτά στη Λήμνο, τα λεφτά όμως αυτά δεν πήγαν ποτέ καθαρά στα χέρια του παραγωγού, ο οποίος ήταν πάντα χρεωμένος. Σπόρος, βενζίνες, λιπάσματα, μάνικες, καλλιεργητικά, τούτο, κείνο, ερχόταν ο καιρός να πληρωθείς και δεν έφταναν για να πάρεις ένα ζευγάρι παπούτσια. Αναπτύχθηκε βέβαια ο συνεταιρισμός και αγοράστηκαν τα μηχανήματα αυτά που αγοράστηκαν. Το σημερινό μου σπίτι στην Ατσική ήταν η πρώτη αποθήκη του συνεταιρισμού. Εκεί που είναι το σαλόνι μου ήταν το γραφείο του συνεταιρισμού. Μετά έγινε η αποθήκη στον Αγιονικόλα και μετά η αποθήκη κοντά στην πλατεία. Οι αποθήκες έγιναν με το βαμβάκι, για το βαμβάκι. Νοίκιαζε και πολλά σπίτια ο συνεταιρισμός για να αποθηκεύσει βαμβάκι. Το εκοκκιστήριο έγινε το 55. Αυτά τα δημιούργησαν άνθρωποι αγράμματοι και σήμερα οι γραμματιζούμενοι τα πουλάνε. Στη δεκαετία του 50 η δουλειά ήταν πολύ σκληρή γιατί δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα η μηχανική καλλιέργεια και όλα σχεδόν γίνονταν με τα χέρια. Συνέπιπτε και το θέρος και ο αλωνισμός με τα ποτίσματα και έπρεπε να μοιράζονται οι άνθρωποι. Όταν ήρθαν τα θεριστικά και η πατόζα, διευκολύνθηκε η κατάσταση. Εγώ σαν παιδί, μέχρι τα δεκαπέντε μου που έφυγα για την Αμερική, και σκάλισα, και άριωσα, και πότισα, και μάζεψα μπαμπάκι. Εμείς αρχικά είχαμε μια μεγάλη μηχανή «Μαλκότση», που την πουλήσαμε στην κοινότητα και την έβαλε στην γεώτρηση που άνοιξε, στις «σκαμνές». Μετά πήραμε μια μηχανή «Φάρμαν», εξάρα, πάλι ντηζελομηχανή, του Σπυριδέλη, που έφευγε για την Αμερική, την είχε αυτή τη μηχανή στην αλευρομηχανή. Θυμάμαι τα πηγάδια που άνοιγαν, τεράστια πηγάδια, με κασμάδες και φτυάρια και πως δούλευαν οι μηχανές για να τραβούν το νερό γεμάτο ύλαμο, ή πώς τους κατέβαζαν κάτω με το τσιγκρίκι, ημίγυμνους και να τρέχουν πάνω στα κεφάλια τους οι λάσπες. Ο κόσμος πλήρωνε με χρυσές λίρες, όσοι είχαν στα σεντούκια βέβαια, για να ανοίξει τρυπανιές και πηγάδια, να αγοράσει μάνικες, στην αρχή τις πάνινες που τρυπούσαν και έτρεχαν και μετά τις νάυλον που ήταν πιο ανθεκτικές και τις σωλήνες «Μπάουερ», λίρα και σωλήνα. Ο ασφάλαγκας έκανε μεγάλη ζημιά, άνοιγε τρύπες, χανόταν το νερό μέσα στις ασφαλαγγιές, τον κυνηγούσαμε με ασφαλαγκοτούφεκα και τσάπες ήταν δε και επικηρυγμένος, πήγαιναν τα πόδια του στην κοινότητα και έπαιρναν το αντίτιμο. Σαν παιδιά δουλεύαμε τότε αλλά ταυτόχρονα ήταν και παιχνίδι, συγκρίναμε τα βαμβάκια, ποιου ήταν το ψηλότερο, ή ποια μηχανή έβγαζε το πιο πολύ νερό. Έλεγε ο Κατσώνης ο Χρήστος, «εμένα βρε παιδιά το κοχλερούδ ξερζών’ και τς μάνες τ’ πγαδιού μαθέ». Τι να πει κανείς και για το ρόδινο σκουλήκι και τα ραντίσματα με την αυγή για να κολλά το φάρμακο στο φύλλωμα. Λένε ότι το σκουλήκι ήρθε με τον μπαμπακόσπορο που έφεραν από την Τουρκία άνθρωποι που δεν ήταν συνεταιριστές, αυτός ο σπόρος ήταν φτηνότερος, αλλά είχε το σκουλήκι, το ποίο μετά εξαπλώθηκε. Δεν ήταν από τον μπαμπακόσπορο της Αιγύπτου. Πρώτα γινόταν το χτένι, μετά το λουλούδι και μετά η στρούμπα. Το πρώτο πότισμα γινόταν με το χτένι, για να μη διψάσει το χωράφι και ρίξει τα χτένια. Ο κόσμος δεν ήξερε από μηχανές. Το έλεγε και ο Ορφανίδης. Σταματούσε η μηχανή, την φόρτωναν στο γάιδαρο και την πήγαιναν στο μηχανικό κι αυτή δεν είχε απλώς βενζίνη. Επίσης να σας πω ότι οι ντηζελομηχανές ήταν υδρόψυκτες, έπαιρναν παροχή νερού με ένα σωληνάκι που ξεκινούσε από την κεντρόφυγγα και από την άλλη μεριά έβγαινε ζεστό. Αυτό το ζεστό νερό για να μην πηγαίνει στράφι το διοχέτευαν σε ένα μικρό μπαχτσεδάκι που το άφτιαχναν κοντά στη μηχανή. Όταν λοιπόν τελείωνε το νερό στο πηγάδι δεν περνούσε νερό μέσα στη μηχανή και υπήρχε ο κίνδυνος να υπερθερμανθεί και να κολλήσει. Εμείς λοιπόν που ποτίζαμε, όσο μακριά κι αν είμαστε έπρεπε να έχουμε το αυτί έτοιμο για να ακούσουμε τον ήχο της μηχανής που άλλαζε αν τελείωνε το νερό, αφού γύριζε τρελά και να τρέξουμε να τη σβήσουμε. Πατούσαμε λοιπόν αντριβόλους, πατούσαμε αντραγίδες ή κόβαμε τα γυμνά πόδια μας πάνω στους σκληρούς χωματόβωλους. Μια φορά χάλασε η μηχανή του Αποστολέρη, του επονομαζόμενου και Μπακίρα, η μάντρα του ήταν κάτω από το κεραμιδαριό και κάλεσε τον Αγγελή το Συκιώτη τον μπαμπά του Πίπη να του τη φτιάξει. Δεν ξέρω τι ώρα είχε πάει ο Άγγελος να τη φτιάξει, αλλά κατά το απογευματάκι μου λέει ο Πίπης να πάμε βόλτα με τα ποδήλατα να δούμε τον μπαμπά του που φτιάχνει τη μηχανή. Καβαλικεύουμε τα ποδήλατα πάμε κάτω στο κεραμιδαριό. Αυτοί φτιάχναν και φτιάχναν μέχρι που σκοτείνιασε, ανάψανε λάμπες, φυσούσανε τα διάφορα εξαρτήματα της μηχανής, τα δοκιμάζανε, τα συναρμολογούσανε, ε και κάποια στιγμή δέθηκε η μηχανή. Είχανε όμως περισσέψει και κάμποσες βίδες κάτω σε ένα τσουβάλι που είχανε τοποθετήσει προηγουμένως τα διάφορα εξαρτήματα. «Τούτες οι βίδες μαστρο Άγγελε;» ρώτησε δειλά ο Μπακίρας. «Εμ βρε παιδί τούτες μαθέ τς βάζνε παραπανίσες απ’ το εργοστάσιο για να τς εχ’ς όταν τς χρειγιαστείς» λέει ο Άγγελος.



Κώστας Γιαννέρης. Θυμάμαι το Γιώργο το Τζίμη να ποτίζει. Ένα ολόκληρο πρωινό προσπαθούσε να βγάλει νερό αλλά το μαρκούτσι έπαιρνε αέρα και δεν τραβούσε. Αυτός ξεβίδωνε το ποτήρι, άλλαζε τη φλάντζα κουνούσε πάνω κάτω το μαρκούτσι όλο το πρωί ως το μεσημέρι αλλά τίποτα. Πιτσιρικάδες τώρα έ, 10 με 11 χρόνων. Τα χωράφια μας ήταν απέναντι το ένα στο άλλο. Εγώ γελούσα και του φώναζα: «Ντρούμπαρε Γιώργη ντρούμπαρε, δε δλευ’ το εργαλείο σ’». Το δικό μας το πηγάδι είχε πολύ νερό και δεν έπαιρνε καθόλου αέρα. Κατά διαβολική σύμπτωση μετά από λίγο πήρε και το δικό μας το μαρκούτσι αέρα και σταμάτησε να βγάζει νερό. Άρχισα να το κουνώ και γω πάνω κάτω, οπότε ο Γιώργης σκασμένος στα γέλια μου ανταπόδωσε το πείραγμα: «Κούνα το Κώστα, ντρούμπαρε Κώστα». Μια μέρα που πότιζα στην Τρύγη περνά ο Βαγγέλ’ς ο Παχνέλας με το ποδήλατο, που πήγαινε για μπάνιο. Πάμε μου λέει για μπάνιο. Έχω πότισμα του λέγω. Άστο μωρέ Κώστα, αύριο ποτίζεις. Τα παρατώ και γω και πήγαμε στη θάλασσα. Το μπαμπάκι ήταν διψασμένο και έριξε τα μισά τα χτένια. Μου λέει ο πατέρας μου, ο οποίος ήταν πράος άνθρωπος, δεν μάλωνε, μου λέει λοιπόν, αν το αφήσεις άλλη μια μέρα, θα πέσουν και οι στρούμπες. Ντράπηκα και δεν ξαναπήγα για μπάνιο. Το μπαμπάκι που πηγαίναμε στην αποθήκη, το τσουβαλιάζαμε όλη νύχτα και το πρωί έπρεπε να σηκωθούμε αξημέρωτα για να πάρουμε σειρά. Μια χρονιά είχαμε τσουβαλιάσει τρεις τόνους βαμβάκι. Είχαμε μαζέψει τσουβάλια, χαράρια, ότι είχαμε και δεν είχαμε τέλος πάντων και το είχαμε τσουβαλιάσει. Είχανε κοπεί τα χέρια μας. Το πήγαμε σιγά – σιγά στην αποθήκη. Πιάσαμε μια θέση κοντά στου Γκεργκέτσου τη γωνία, γιατί πιο μπροστά ήταν άλλοι. Πλησιάζαμε λοιπόν σιγά - σιγά όσο παρέδιδαν οι προηγούμενοι. Μόλις κοντεύαμε να φτάσουμε στις σκάλες του συνεταιρισμού, πιάνει μια βροχή, βγαίνει ο Κλωνάρης και μας λέει τέλος για σήμερα, πάρτε το πίσω. Με έπιασε απελπισία, μου ερχόταν να κλαίω. Τα χέρια μου δεν τα όριζα, άντε τώρα το ίδιο βιολί και μάλιστα με βρεγμένο το μπαμπάκι, άρα και πιο βαρύ. Μας πλησιάζει ο Τραγάρας ο Κώστας, η γυναίκα του η Ασπασία ήταν ξαδέρφη του πατέρα μου και μας λέει μη στεναχωριέστε, εγώ πρόλαβα και άδειασα, θα σας βοηθήσω. Μου φάνηκε ότι είδα το Θεό. Από τότε όποτε τον έβλεπα έλεγα «ένα καραφάκι ούζο στον Κώστα», μου είχε μείνει ανάμνηση η βοήθεια που μας προσέφερε.


Σταύρος Τραγάρας. Γεννήθηκα στην Ατσική της Λήμνου το 1954. Ήμουν το τέταρτο από πέντε εν ζωή, τότε, παιδιά, που είχε η οικογένειά μου. Η οικογένειά μου ήταν αγροτική, όπως αγροτικές ήταν όλες σχεδόν οι οικογένειες. Στην πραγματικότητα μέσα στο παιδικό μου μυαλό θεωρούσα ότι όλοι οι άνθρωποι επί της γης είναι αγρότες. Ακόμα και οι δάσκαλοι, ακόμα και ο παπάς του χωριού ήταν αγρότες. Μόνο οι χωροφύλακες δεν ήταν αγρότες, αυτοί ήταν ξένοι, δεν ήταν Λημνιοί, είναι γνωστό ότι οι Λημνιοί μέχρι και σχεδόν τα πρόσφατα χρόνια δεν γίνονταν αστυνομικοί, λόγω μιας φυσικής απέχθειας προς αυτό το επάγγελμα. Όλες μου οι παιδικές αναμνήσεις είναι συνδεδεμένες άρρηκτα με τα μικρά ή μεγαλύτερα συμβάντα αυτής της αγροτικής ζωής, με τα διάφορα προϊόντα που παράγαμε, τα διάφορα στάδια της καλλιέργειάς τους, τις δυσκολίες και ιδιαιτερότητες που είχε κάθε φάση, τις χαρές και τις λύπες που προκαλούσαν οι καλές ή οι κακές χρονιές και συγκυρίες. Από όλα τα προϊόντα, χωρίς αμφιβολία ο βασιλιάς ήταν το βαμβάκι. Θυμάμαι ότι όλες οι προσπάθειες, οι συζητήσεις, οι σκέψεις, όλο το είναι των ανθρώπων της εποχής εκείνης ήταν για το βαμβάκι. Η οικογένειά μου δεν είχε πολλά κτήματα και θεωρείτο μάλλον φτωχή, σε μια εποχή που οι περισσότερες πάντως ήταν στην ίδια μοίρα. Το μεγαλύτερο κτήμα μας ήταν στην Αγιακατερίνη, νοτίως του Προπουλίου, ένα κτήμα 6 στρεμμάτων, με πλούσια χώματα, τρυπανιά και μια πετρελαιομηχανή Μαλκότση με λουρί και μόνιμη βάση τσιμεντένια, που εμείς τη λέγαμε «Μαλκότς». Η Μαλκότς. Αυτή ήταν του συχωρεμένου Νίκου Αρχοντίδη του επονομαζόμενου Νενόγλου, ενός ευκατάστατου συχωριανού, ο οποίος έβαζε τη μηχανή, ο πατέρας μου έβαζε το νερό και πότιζαν από κοινού τα χωράφια τους. Σε ελάχιστη απόσταση από την τρυπανιά μας υπήρχαν δυο πηγάδια, του Γιώργη του Σκαφίδα από το Καρπάσι και του Κώστα του Αχιλλαδέλλη από την Ατσική. Στα ποτίσματα, τα πρώτα χρόνια, δούλευαν λοιπόν τρεις μηχανές ολημερίς, όλες ουσιαστικά από μια πηγή και το νερό δεν τελείωνε. Η Αγιακατερίνη ήταν χωράφι φιλικό, με μαλακά χώματα. Η παραγωγή του βαμβακιού ήταν σίγουρη, αλλά εκτός από το βαμβάκι έβγαζε και κάτι τρομερά καρπούζια μαύρα στρογγυλά ή άλλα πιο μακρόστενα ασπρουλά που ήταν όλο γλύκα. Μια χρονιά θυμάμαι φορτώσαμε πολλούς αραμπάδες με καρπούζια, τα οποία δεν είχαμε που να τα βάλουμε και είχαμε κατακλύσει κάθε γωνιά και κάθε μέρος του σπιτιού. Ο πατέρας μου στη διαδρομή για το σπίτι πρόσφερε και από ένα καρπούζι σε όποιον έβλεπε στο δρόμο, γεμάτος υπερηφάνεια για την παραγωγή του. Στα βόρεια του χωραφιού υπήρχε ένα ρυάκι, το οποίο το χειμώνα έσπαζε και το νερό περνούσε ακριβώς από τη μέση του χωραφιού δημιουργώντας μια τεράστια νεροφαγίδα σαν ένα μικρό χείμαρρο. Ο πατέρας μου πήγε και ξέθαψε ρίζες καλαμιών και τις φύτεψε εκεί που έσπαγε το ρυάκι. Ο καλαμιώνας που φύτρωσε σε λίγα χρόνια θέριεψε, έγινε γιγαντιαίος, προφυλάσσοντας το χωράφι μας από τις πλημμύρες. Μια τσαρδάκα που είχε φτιάξει ο πατέρας μου στην άκρη του χωραφιού από ξύλα και κλαδιά ήταν το μέρος που έδινε τη μεγαλύτερη θαλπωρή το μεσημέρι που καθόμαστε να φάμε και να ξεκουραστούμε λίγο. Τότε τα παιδιά εργάζονταν κανονικά στα χωράφια στον ελεύθερο χρόνο τους. Μόλις σχολούσαμε απ’ το σχολείο, γραμμή για το χωράφι. Επειδή τα χωράφια μας ήταν λίγα, νοικιάσαμε ένα χωράφι βορείως του κτήματος της Μητρόπολης. Ήταν ένα χωράφι μονοκόμματο 14 στρέμματα. Ήταν κάποιου Αμερικάνου, Κακκιάδη, και το αντιπροσώπευε ο κύριος Κελάρης, διευθυντής τραπέζης, για τον οποίο ο πατέρας μου έτρεφε μεγάλη εκτίμηση. Το ονομάσαμε «Κελάρκο» από το όνομα του Κελάρη. Αυτό το Κελάρκο έγινε ο εφιάλτης μας τα πρώτα δυο χρόνια. Κτήμα άγριο, αφιλόξενο, με χώματα σκληρά που γίνονταν γκασντόβωλοι σαν πέτρα, στη μέση του πουθενά χωρίς ένα δεντράκι, κάτι να προφυλαχθείς. Ήταν κτήμα βαρικό, «βαρκό» το ονόμαζαν οι δικοί μου γιατί το χειμώνα έπιανε πολλά νερά τα οποία κρατούσαν μέχρι την άνοιξη και πάντα ανησυχούσαμε αν θα στραγγίξει για να φυτέψουμε το βαμβάκι. Την πρώτη χρονιά μετά το φύτεμα έπιασε βροχή και έκανε μια κρούστα λάσπης πάνω από τους σπόρους, που όταν ξεράθηκε δεν τους άφηνε να φυτρώσουν. Τότε προμηθευτήκαμε κάτι σιδερένιες διχάλες προσαρμοσμένες σε στυλιάρια, τα περίφημα «ξετσιπιαστήρια» και ξετσιπιάζαμε τις αυλακιές, δηλαδή τα τραβούσαμε κατά μήκος της αυλακιάς σπάζοντας την κρούστα. Θυμάμαι είχε φυτρώσει πολύ αραιά το βαμβάκι και ακολούθησε το «πεγέμισμα» με φωλιές που ανοίγαμε με την τσάπα και τις ποτίζαμε με νερό που κουβαλούσαμε με ντενεκέδες από ο πηγάδι. Εκεί ο μεγάλος μου αδερφός επαναστάτησε, είπε ότι αυτό δεν είναι ζωή, είναι σκλαβιά, απείλησε ότι θα φύγει από το σπίτι, ο πατέρας μου του είπε «ο δρόμος είναι ανοιχτός» κι αυτός εξαφανίστηκε για 15 ημέρες. Όταν εμφανίστηκε ξανά με ένα μισοτσούβαλο με καρύδια μας είπε ότι είχε πάει εργάτης στο Αγιονόρος. Μετά τις δυο πρώτες χρονιές που ήταν αποτυχημένες παραγωγικά και μας χόρτασαν με σκληρή δουλειά αλλά και γκρίνια για τον πατέρα μου, για την επιλογή του κτήματος, το πράγμα άρχισε να στρώνει. Το κτήμα δουλεύτηκε, μαλάκωσε, τα χώματα ήταν γερά και έδωσαν μεγάλη παραγωγή. Ο πατέρας μου έφτιαξε και εκεί τσαρδάκα, που μπορούσαμε να προφυλαχτούμε από το κρύο ή το λιοπύρι. Έφτιαξε και ένα κοτέτσι και έφερε κότες, οι οποίες βοσκούσαν σε όλο τον αχανή κάμπο και πολλαπλασιάστηκαν και έγιναν αναρίθμητες. Όλος ο τόπος γέμιζε από κοτόπουλα, γαλοπούλες, πάπιες. Είχαμε μια αντλητική βενζινομηχανή την περίφημη «Βίσκονσιν», που ο πατέρας μου την παίνευε και την είχε σε πολύ καμάρι, αλλά επειδή ήταν βαριά και μεταφερόταν δύσκολα με το γαϊδουράκι, πήραμε μια δεύτερη πιο μαντζόβολη, την «Κόχλερ», το λεγόμενο «Κοχλερούδ». Στην Αγιακατερίνη είχαμε τις σιδερένιες σωλήνες «Μπάουερ» και στο «Κελάρκο» κάτι καινούργιες χρωματιστές πλαστικές μάνικες για το πότισμα. Για καλύτερη εργασία είχα το πότισμα, γιατί ήταν πολύ δροσιστικό μέσα στο κατακαλόκαιρο να μουσκεύεσαι με το κρύο νερό. Μου άρεσε εκεί που τα πόδια καίγονταν από το καυτό χώμα, να έρχεται το δροσερό νερό και να σβήνει τη λάβα. Είχα γίνει εξπέρ στο πότισμα. Έκοβα ποτιστές, υπολογίζοντας την κλίση του χωραφιού, δημιουργούσα τα λεγόμενα σαλιακούδια για να ποτίζεται το ένα αυλάκι μετά το άλλο μόνα τους και να κερδίζω χρόνο και να ξεκουράζομαι, έφτιαχνα ντουμπώματα με την τσάπα με φοβερή ταχύτητα, σαν εργάτης πολύπειρος. Βάζαμε μέσα στον ποτιστή στο μέρος που έτρεχε το νερό πάντα ένα καρπούζι ή πεπόνι και το απολαμβάναμε παγωμένο. Το πρώτο πότισμα ήταν το ζόρικο, τα υπόλοιπα ήταν παιχνίδι. Τα ραντίσματα τα αναλάμβαναν αποκλειστικά τα παιδιά. Ραντίζαμε τη σκόνη το «κότον ντάστ» που το λέγαμε «κοτοντάς» για το «ρόδινο σκώληκα» που εμείς το ονομάζαμε περιπαιχτικά «σκουλ’κούδ» και το υγρό δηλητήριο με την απαίσια μυρωδιά το «μετασιστόξ» για τον τετράνυχο. Το ράντισμα γινόταν με άβγαλτο τον ήλιο, γιατί όταν ζέσταινε, το δέρμα με τον ιδρώτα και το φάρμακο πάνω, έτσουζε πολύ. Μετά τα πρώτα χρόνια άρχισαν τα νερά από την υπεράντληση να λιγοστεύουν. Στα διάφορα χωράφια πηγαίναμε λίγες ώρες το πρωί και «χύναμε» το νερό. Στην Αγιακατερίνη έπρεπε να πάμε νύχτα με το λουξ για να έχουμε δουλέψει μερικές ώρες ώσπου να έρθουν οι γείτονες των δύο πηγαδιών το πρωί. Θυμάμαι ότι με το λουξ στο χέρι στα καπούλια του γαϊδουριού και ο πατέρας μου στο σαμάρι προχωρούσαμε νύχτα για το χωράφι, σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, με όλους τους ήχους και τις ευωδιές της καλοκαιρινής Λημνιακής νύχτας. Στο χωράφι ο ένας βαστούσε το λουξ και ο άλλος πότιζε. Μια μέρα αισθάνθηκα ένα κρύο ιδρώτα να με περιλούζει και τα πόδια μου να μη με σηκώνουν. Έκατσα για λίγο σε μια αυλακιά, αλλά όταν σηκώθηκα λιποθύμησα. Με πήρε ο πατέρας μου, με φόρτωσε στο γάιδαρο και με πήγε στο γιατρό. Είχα 40 πυρετό. Άρχισαν γαστρεντερικές διαταραχές που κράτησαν δεκαπέντε ημέρες. Πυρετός και διάρροια ατελείωτα. Κόντεψα να πεθάνω. Ερχόταν ο αγροτικός γιατρός ο Αντώνης ο Ανδριώτης καθημερινά. Τύφος, είπε, από το νερό το πηγαδίσιο που έπινα. Μου έδινε κάτι κάψουλες που τις έλεγε χρυσομυκίνες και ήταν και τυλιγμένες σε ένα χρυσό χαρτί, που μου άρεσε και το φύλαγα. Για δεκαπέντε ημέρες έπινα μόνο γάλα και τίποτα άλλο. Από τότε δεν ξανάπια γάλα. Το μάζεμα του βαμβακιού παρ’ όλο που ήταν δύσκολη δουλειά – πονούσε η μέση και μάτωναν τα δάχτυλα – είχε τη χάρη του, γιατί επιτέλους έβλεπε κανείς την ανταμοιβή των κόπων του, υπήρχε δε μια καθολική εκστρατεία για τη συγκομιδή με όλο το σόι να βοηθά, πολλές φορές προσλαμβάναμε και εργάτες, τα φαγητά ήταν πιο προσεγμένα, άσε που τα πεπόνια που παρέμεναν στις αυλακιές, τα λεγόμενα «αντζούρια», αυτά τα στρογγυλά κίτρινα με τις μαύρες ρίγες ήταν γλυκά σαν μέλι και αρωματικά.. Το βαμβάκι το βάζαμε σε κανονικά τσουβάλια και σε μεγάλες τσουβάλες τα λεγόμενα «χαράρια». Το πατούσαμε πολύ μέσα στα τσουβάλια για να μειώσουμε τον όγκο του και τα τσουβάλια γίνονταν ασήκωτα. Γεμίζαμε αποθήκες και κάμαρες. Στο σπίτι μας είχαμε γεμίσει και τις κάμαρες του πάνω ορόφου και μας άρεσε με τον αδερφό μου το μικρό να κάνουμε βουτιές πάνω στο σωρό με το βαμβάκι.
Μετά τα τελευταία μαζέματα ξέμεναν πάνω στις μπαμπακιές τα καρύδια με κακής ποιότητας βαμβάκι, άρρωστα καρύδια που δεν είχαν ανοίξει, ή στρούμπες όψιμες και μικρές που τις πρόλαβε η βροχή. Το βαμβάκι τους ήταν σκληρό και μαυριδερό, καμιά σχέση με το ποιοτικό βαμβάκι της Λήμνου. Αυτό το προϊόν που το ονομάζαμε «κουρμάδες» το επεξεργάζονταν κι αυτό είχε όμως πολύ χαμηλή τιμή. Αυτό το μαζεύαμε και το δίναμε στα μπακάλικα ή στα καταστήματα ρούχων, για τα χρειαζούμενα. Μπορώ να πω ότι πιο πολύ χαιρόμαστε αυτά που παίρναμε από τους κουρμάδες, γιατί ήταν πράγματα που τα απολαμβάναμε άμεσα, παρά από το βαμβάκι που πήγαινε στην Ένωση και κυρίως προοριζόταν να ξεχρεώσει τα καλλιεργητικά δάνεια που έπαιρνε ο αγρότης για να ζήσει. Μια χρονιά δώσαμε τους κουρμάδες στο Καρπάσι, στο μαγαζί του Κουνέλια και έφερε ο πατέρας μου μισό σακί μπακαλιάρο, ένα γαζοντενεκέ λάδι, πατάτες και μακαρόνια, από ένα πουκάμισο σε μένα και τον αδερφό μου, ένα ολόκληρο σαλάμι, σοκολάτες και διάφορα άλλα κυρίως φαγώσιμα. Οι σοκολάτες από την πολυκαιρία είχαν αφυδατωθεί και ήταν ξερές σαν παξιμάδι. Μου άρεσαν πάρα πολύ και για καιρό νόμιζα ότι έτσι πρέπει να είναι οι σοκολάτες. Όταν ξαναδοκίμασα κανονικές σοκολάτες που ήταν μαλακές, νόμιζα ότι αυτές είναι οι χαλασμένες.
Οι υπόλοιπες εργασίες ήταν άχαρες και πολύ κοπιαστικές, με αποκορύφωμα το λεγόμενο άριωμα – αραίωμα – που έπρεπε κανείς να εργάζεται όλη μέρα σκυφτός. Το σκάλισμα με το σκαλιστήρι ακολουθούσαν δυο ή τρία σκαλίσματα με την τσάπα. Ο πατέρας μου ήταν καλλιτέχνης στο σκάλισμα, νόμιζες ότι ζωγράφιζε στο χώμα. Και είχε και την απαίτηση να σκαλίζουμε κι εμείς με τον ίδιο τρόπο, πράγμα αδύνατον βέβαια. Γύρω στα 1960 αρραβωνιάστηκε η αδελφή μου με ένα νέο από ένα διπλανό χωριό που ήταν στην Αυστραλία και έφυγε στα ξένα. Η προξενιά έγινε με τη φωτογραφία, η αδελφή μου δεν τον είχε δει ποτέ πριν, είδε μόνο τη φωτογραφία του, της άρεσε και είπε το ναι. Η ηλικία της, 17 ετών. Έκανε πρόσκληση και πήρε στην Αυστραλία τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια μου. Όλοι έλεγαν ότι ζούσαν καλά εκεί, αλλά εκτός από λίγα δολάρια που έστελναν στις γιορτές δεν είχα δει κάτι άλλο κι αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στο παιδικό μυαλό μου. Εγώ είχα μια έφεση στα γράμματα. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να με πάει στο γυμνάσιο. Πήγα στο γυμνάσιο μετά από επιμονή μου και κλάματα Στις διακοπές κανονικά εργαζόμουν στα χωράφια. Είχε μείνει μόνο ο πατέρας μου να εργάζεται στα χωράφια και επικουρικά ο μικρός αδερφός μου, ο οποίος είχε μάθει κουρέας και είχε ανοίξει ένα κουρειάκι στην Ατσική. Η καλλιέργεια του βαμβακιού είχε αρχίσει να φθίνει, χωρίς να το καταλάβουμε. Η ιστορία της οικογένειάς μου ήταν σχεδόν όμοια με την ιστορία των άλλων οικογενειών. Κάθε σπίτι είχε ένα δυο τρεις ή και περισσότερους ξενιτεμένους. Δεν υπήρχαν χέρια πια για να δουλέψουν στα χωράφια. Οι τιμές του βαμβακιού δεν ήταν αυτές που θα ξελάσπωναν τους αγρότες. Γύριζα απ’ το γυμνάσιο και βοηθούσα στα χωράφια. Εκεί που στο μάζεμα αθροιζόμαστε δέκα και δεκαπέντε άτομα, τώρα πήγαινα εγώ με τον πατέρα μου ή ερχόταν μέχρι το μεσημέρι και η μάνα μου. Ο πατέρας μου είχα αγοράσει ένα μοσχαράκι για να το κάνει αγελάδα. Ήταν έλεγε από καλό σόι και θα γινόταν σπουδαία αγελάδα. Το μοσχαράκι μεγάλωσε και έμεινε έγκυο. Ήταν το καμάρι της οικογένειας. Ήταν καλοκαίρι του 1971, πέμπτη προς έκτη γυμνασίου. Πότιζα στο Κελάρκο μέχρι το μεσημέρι. Τα νερά πια τελείωναν νωρίς. Πήγα στο σπίτι έφαγα και ξεκουράστηκα γιατί το απόγευμα είχε αγώνα ποδοσφαιρικό Ηρακλής Ατσικής – Άρης Μούδρου και έπαιζα ως ποδοσφαιριστής. ΄Ολο τον αγώνα ανακατευόμουν. Στο ημίχρονο έκανα έμετο καθαρό αίμα. Με πήγαν στο νοσοκομείο. Οι γιατροί είπαν γαστρορραγία. Μου έβαλαν ένα ορό και με άφησαν. Το πρωί με βρήκαν σε ημικωματώδη κατάσταση. Έτρεχαν αλαφιασμένοι και έψαχναν για αίμα. Οργανωμένη αιμοδοσία δεν είχε στη Λήμνο. Το αίμα μου σπάνιο, Α αρνητικό. Έδωσε η μάνα μου και ο αδερφός μου. Ήθελα κι άλλο. Ήμουν βαριά. Με μετέφεραν στην Αθήνα με 12 αιματοκρίτη. Ο πατέρας μου πούλησε την έγκυο αγελάδα για να κάνει τα έξοδα (εισιτήρια, ξενοδοχεία, κλπ). Δεν ξαναμίλησε ποτέ γι’ αυτήν. Αποφάσισα να δώσω εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Μπήκα στην Ιατρική Αθήνας. Τα τρία μεγαλύτερα αδέρφια μου έκαναν τις οικογένειές τους. Ο ένας γύρισε από την Αυστραλία οι άλλοι δυο έμειναν εκεί. Ο μικρός αδερφός μου θέλησε να μπαρκάρει στα καράβια γιατί δεν γινόταν προκοπή στη Λήμνο. Μπαρκάρισε με ένα γκαζάδικο. Σε λίγους μήνες το γκαζάδικο συγκρούσθηκε με ένα άλλο γκαζάδικο και ο αδερφός μου μαζί με άλλα 25 άτομα κάηκε ζωντανός στην Καραϊβική θάλασσα. Δεν τον ξαναείδαμε ποτέ. Εγώ έγινα γιατρός. Έκανα οικογένεια. Ο πατέρας μου πέθανε με τον καημό του αδερφού μου. Μπαμπάκι δεν βάζουν πλέον στη Λήμνο.

Γυναίκες της Ατσικής, εργάτριες στο «Κτήμα Μητροπόλεως»







Τραγούδια κόκκινα

Από την ποιητική συλλογή «Από τη Λήμνο θερμαστής στο θωρηκτό Αβέρωφ» του Σταύρου Τραγάρα

Θα σας σφυρίξω τραγούδια ήσυχα
κόκκινα χρυσαφιά
τα άσπρα πουκάμισα γέμισαν την πλατεία
και στις ξερολιθιές οι λειτουργίες
αγίων ασωμάτων
χώμα δικό μου πρόσωπα μην αλλάζεις
θα’ρθουν σε λίγο τα πουλιά στα κυπαρίσσια
με το σούρουπο
και θα χαλούν τον κόσμο
πείνασα δίψασα ως την απαντοχή
καπνός χύμα Ματσάγγου
μυρωδιά μπεζίνας
οι άσπροι αφροί κούνησαν τα μαντήλια τους
απ’τις κορφές κι από τον κάμπο
σας αντιχαιρετώ
δε θέλω γρανιτένιο τάφο δε θέλω μάρμαρα
στο χώμα μου που τ’αγαπώ
και μ’αγαπά αφήστε με
ή σε μια βάρκα στ’ανοιχτά
τώρα μες στην αχλύ της δύσης
έρχονται κι όλο έρχονται
έτοιμα για χορό
της νιότης τα παιδιά με τ’άσπρα τα πουκάμισα
της ευκαιρίας άγνωστα
κακόμοιρα παιδιά παλληκαράκια
σας δίνω τα τραγούδια μου σφυρίζοντας
τραγούδια ήσυχα
κόκκινα χρυσαφιά
οι προγραφές σας ήδη
τοιχοκολλήθηκαν.


Ανοιχτά «καρύδια»






Επίλογος

Από την ποιητική συλλογή «Γηγενές πυρ» του Ιωάννη Ψάρρα

Ας μείνει το πλακόστρωτο
κι αυτή η πέτρα με την ώχρα.

Ας μείνει ο βοριάς.
Και εν τη εσχάτη ώρα
την ώρα της αναλήψεως
ας μείνει ο αστερισμός.

Και το όνομα αυτού
ας μείνει:
Λήμνος∙
ήγουν
η αντανάκλαση της πρώτης κοσμικής ακτίνας
σε μια μάντρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου